Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Ιερά οδός ( Άγγελος Σικελιανός)


Δύο καλοί φίλοι μου υπενθύμισαν πως λείπει από το πατάρι μου ο μεγάλος Άγγελος Σικελιανός και ειδικά η «Ιερά οδός» του και σπεύδω να επανορθώσω άμεσα . Περισσότερα στο Φιλόλογος  http://teacherhistorybook.blogspot.com/2009/02/blog-post_13.html αλλά και στο http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=8&author_id=45


Ιερά οδός                      Άγγελος Σικελιανός

Aπό τη νέα πληγή που μ' άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν' ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π' ολοένα
βουλιάζει.
Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν' αρμέξει ζωή απ' τον έξω κόσμον, ήμουν
περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Aθήνα κ' έχει
σημάδι του ιερό την Eλευσίνα.
Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα
σα δρόμος της Ψυχής.
Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε
αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια
γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα
αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους.

Mα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος
κ' έμειν' η φύση μόνη, ώρα κι ώρα
μιαν ησυχία βασίλεψε. K' η πέτρα
π' αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ήταν
απ' τους αιώνες. K' έπλεξα τα χέρια,
σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας
αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο.

Mα να· στην ησυχία αυτή, απ' το γύρο
τον κοντινό, προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν,
και πίσωθέ του ακλούθααν, μ' αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

Kαι να· ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
και μ' είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω
να τον κοιτάξω, τράβηξε απ' τον ώμο
το ντέφι και, χτυπώντας το με τό 'να
χέρι, με τ' άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. K' οι δυο αρκούδες τότε
στα δυο τους σκώθηκαν, βαριά.
H μία,
(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,
με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά 'ταν
ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας Mάνας,
αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,
με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της
πιο πέρα ήταν Aλκμήνη ή Παναγία.
Kαι το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ' εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα
της σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρά της που το κοίτααν μάτια!

Aλλ' ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ' ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας
στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ' το χαλκά που λίγες μέρες
φαινόνταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια
την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της
γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται
ζωηρά.
K' εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα
έξω απ' το χρόνο, μακριά απ' το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κ' εικόνες·
ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο.

Mα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ' την τρανήν αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του κόσμου, τωρινού και περασμένου,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, οπ' ακόμα
δεν του πληρώθη απ' τους θνητούς αιώνες
ο φόρος της ψυχής.
Tι ετούτη ακόμα
ήταν κ' είναι στον Άδη.
Kαι σκυμμένο
το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
κ' εγώ του κόσμου, μια δραχμή.
Mα ως, τέλος,
ο Aτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια
του Iερού της Ψυχής, στην Eλευσίνα.
K' η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε:
"Θά 'ρτει τάχα ποτέ, θε νά 'ρτει η ώρα
που η ψυχή τής αρκούδας και του Γύφτου,
κ' η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;"
Kι ως προχωρούσα,
και βράδιαζε, ξανάνιωσα απ' την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ' άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει. Kι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο,
κ' έμοιαζ' έλλε:
"Θά 'ρτει."

1 σχόλιο:

Λεωνίδας Ορφανουδάκης είπε...

Σαν σχόλιο και σαν ανάλυση δική μου μεταφέρω εδώ άλλη ανάρτηση μου για το ίδιο ποίημα .
http://patarilogotexnon.blogspot.gr/2013/02/blog-post_23.html

Μια επίκαιρη ανάγνωση του έργου του Σικελιανού "Ιερά οδός" !

Αφού , απάτριδες της πέρασαν χαλκά στη μύτη και την έδεσαν με χοντρή αλυσίδα , την πατρίδα μου την μάνα μου Ελλάδα έκαμαν το ίδιο και σ` εμένα και στο λαό της ,τον αδελφό μου . Έτσι δεμένες , οδηγημένες δεκάδες χρόνια μέχρι προχθές , από το χέρι του ντόπιου και του ξένου εκμεταλλευτή τους , και από το χέρι του ξένου τοκογλύφου που είναι σήμερα παραδομένες , δίνουν μέσα στην ψυχή μου σαν δυο αρκούδες την τραγική παράσταση τους. Ο συνειρμός είναι αναπόφευκτος και αυτόματος . Ακριβώς όμοια τότε το 1935 ο Σικελιανός στον δρόμο για το ιερό της Ελευσίνας ……
…………………είδε στην Ιερά Οδό και έγραψε …. (Ιερά Οδός)
«…. απ' το γύρο τον κοντινό, προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν,
και πίσωθέ του .......ακλούθααν, μ' αλυσίδες συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες .

Η μία , (ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,

με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο το μέτωπο γαλάζιες,

κι από πάνω μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη

ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά 'ταν


ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας Mάνας,….»


Έτσι μασκαρεμένη την περιγράφει ο ποιητής μα εγώ δεν γελιέμαι , την αναγνώρισα ! Η αλυσοδεμένη , η μεγάλη , η πονεμένη και ταπεινωμένη αρκούδα είναι εμένα η μάνα μου η Ελλάδα . Και το αρκουδάκι δέστε πως το περιγράφει ο ποιητής …..


« ….. Kαι το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ' εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος, και την πίκρατης σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρά της που το κοίτααν μάτια!.....»


-ΕΓΩ : Πέστε μου τώρα εσείς πως στο μικρό αρκούδι δεν αναγνωρίζετε και εσείς όπως εγώ , τον ανίδεο λαό μας που δεν μαντεύει ακόμα του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα της σκλαβιάς του , ο αδελφό μου ο αδελφός σας ο λαός μας .

- ΠΟΙΗΤΗΣ : «……. K' η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε:

"Θά 'ρτει τάχα ποτέ, θε νά 'ρτει η ώρα
που η ψυχή τής αρκούδας και του Γύφτου,
κ' η ψυχή μου, που Mυημένη την εκράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;" ….

………
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,

ένα μούρμουρο,κ' έμοιαζ' έλλε:
"Θά 'ρτει." ….






-ΕΓΩ : Είχε ο ποιητής για εσάς ένα λόγο παρηγοριάς στον τελευταίο στίχο του "Θά 'ρτει η ώρα" και σας τον μετέφερα .

Εμένα η ελπίδα μου τελείωσε και βάλσαμο δεν θέλω στις πληγές μου,.


Λεωνίδας Ορφανουδάκης .


Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010


Παραπομπή στο κείμενο με απαγγελία , του ποιήματος «ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ» του Άγγελου Σικελιανού http://www.youtube.com/watch?v=2bXcKXRebu0