Translate

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

ΠΑΤΑΡΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ

Στείλετε στο leonidasorf@gmail.com ένα κομμάτι από κάθε νέα έκδοση σας και θα το αναρτώ .

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

Η Στέρνα (ποίημα του Γιώργου Σεφέρη)



{ « Στον Γιώργο Αποστολίδη
Βρέθηκα στην ανάγκη να βάλω το νοσοκομείο του Δον Χουάν Ταβέρα με τη μορφή μοντέλου, γιατί όχι μόνο ερχότανε να σκεπάσει την πύλη του Βισάγκρα, αλλά και ο θόλος του ανέβαινε με τρόπο που ξεπερνούσε την πόλη· κι έτσι μια που το 'βαλα σα μοντέλο και το μετακίνησα από τον τόπο του, μου φαίνεται προτιμότερο να δείξω την πρόσοψή του παρά τις άλλες του μεριές. Όσο για τη θέση του μέσα στην πόλη, φαίνεται στο χάρτη.
ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ» }
................................................

Η Στέρνα


Εδώ, στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
μονιά κρυφού νερού που θησαυρίζει.
Σκεπή της βήματα ηχερά. Τ' αστέρια
δε σμίγουν την καρδιά της. Κάθε μέρα
πληθαίνει, ανοιγοκλεί, δεν την αγγίζει.

Ανοίγει ο πάνω κόσμος σα ριπίδι
και παίζει με το φύσημα του ανέμου,
μ' ένα ρυθμό που ξεψυχάει στο δείλι
φτεροκοπάει ανέλπιδα και σφύζει
στο σφύριγμα του πόνου του γραμμένου.

Στο πύργωμα του θόλου ανέλεης νύχτας
πατούνε οι έννοιες κι οι χαρές διαβαίνουν,
με το γοργό κροτάλισμα της μοίρας
πρόσωπα ανάβουν λάμπουν μια στιγμή
και σβήνουνται σ' ένα σκοτάδι εβένου.

Μορφές που φεύγουν! Ορμαθοί τα μάτια
κυλούν βαλμένα σ' ένα αυλάκι πίκρα
και της μεγάλης μέρας τα σημάδια
τις παίρνουν και τις φέρνουν πιο σιμά
στη μαύρη γης που δε γυρεύει λύτρα.
Στο χώμα γέρνει το κορμί του ανθρώπου

για ν' απομείνει η διψασμένη αγάπη·
μαρμαρωμένο στ' άγγιγμα του χρόνου
το άγαλμα πέφτει γυμνό στον αδρό
κόρφο που το γλυκαίνει αγάλι-αγάλι.

Δάκρυα γυρεύει η δίψα της αγάπης
τα τριαντάφυλλα σκύβουν - η ψυχή μας -
στα φύλλα ακούγεται ο παλμός της πλάσης
το απόβραδο σιμώνει σα διαβάτης
ύστερα η νύχτα κι ύστερα το μνήμα ...

Μα εδώ στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
κρυφή μονιά, ζεστή, που θησαυρίζει
κάθε κορμιού το βόγκο στον αγέρα
τη μάχη με τη νύχτα με τη μέρα,
πληθαίνει ο κόσμος, πάει, δεν την αγγίζει.

Περνούνε οι ώρες, ήλιοι και φεγγάρια,
μα το νερό έχει δέσει σαν καθρέφτης·
η απαντοχή με τα ορθάνοιχτα μάτια
όταν βυθίσουν όλα τα πανιά
στην άκρη του πελάγου που τη θρέφει.

Μόνη, και στην καρδιά της τόσο πλήθος
μόνη, και στην καρδιά της τόσος μόχθος
και τόσος πόνος, στάλα-στάλα μόνος
τα δίχτυα ρίχνοντας μακριά στον κόσμο
που ζει μ' ένα κυμάτισμα πικρό.
Σαν άνοιξε το κύμα απ' την αγκάλη

να 'τανε στην αγκάλη να τελειώσει
να 'τανε την αγάπη στ' ακρογιάλι
πριν σπάσει τη γραμμή του να μας δώσει
το κύμα ως έμεινε στην άμμο αφρός.

Μια ζεστασιά απλωμένη σαν προβιά,
ήμερη σαν το κοιμισμένο αγρίμι
που ξέφυγε ήσυχο το καρδιοχτύπι
και χτύπησε στον ύπνο να ζητήσει
το περιβόλι όπου σταλάζει ασήμι.

Κι ένα κορμί κρυφό, βαθιά κραυγή
βγαλμένη από το σπήλαιο του θανάτου,
σαν το νερό ζωηρό μέσα στ' αυλάκι
σαν το νερό που λάμπει στο χορτάρι
μονάχο και μιλεί στις μαύρες ρίζες ...

Ω! πιο κοντά στη ρίζα της ζωής μας
από τη σκέψη μας κι από την έννοια!
Ω πιο κοντά από το σκληρό αδερφό μας
που μας κοιτάει με βλέφαρα κλεισμένα
κι από τη λόγχη ακόμα στο πλευρό μας!

Ω! ν' απαλύνει ξάφνω στην αφή μας
το δέρμα της σιωπής που μας στενεύει,
να λησμονήσουμε, θεοί, το κρίμα
που όλο πληθαίνει κι όλο μας βαραίνει,
να βγούμε από τη γνώση κι απ' την πείνα!
Μαζεύοντας τον πόνο της πληγής μας

να βγούμε από τον πόνο της πληγής μας,
μαζεύοντας την πίκρα του κορμιού μας
να βγούμε από την πίκρα του κορμιού μας,
ρόδα ν' ανθίσουν στο αίμα της πληγής μας.

Όλα να γίνουνε ξανά σαν πρώτα
στα δάχτυλα στα μάτια και στα χείλια,
ν' αφήσουμε τη γερασμένη αρρώστια
πουκάμισο που αφήσανε τα φίδια
κίτρινο μες στα πράσινα τριφύλλια.

Μεγάλη αγάπη κι άχραντη, γαλήνη!
Μέσα στη ζωντανή θέρμη ένα βράδυ
λύγισες ταπεινά, γυμνή καμπύλη,
λευκή φτερούγα πάνω απ' το κοπάδι
σαν απαλή στον κρόταφο παλάμη.

Το πέλαγο που σ' έφερε σε πήρε
πέρα στις λεμονιές τις ανθισμένες
τώρα που γλυκοξύπνησαν οι μοίρες
χίλιες μορφές με τρεις απλές ρυτίδες
στον επιτάφιο συνοδεία βαλμένες.

Σέρνουνε μοιρολόγια οι μυροφόρες
ν' ακολουθήσει η ελπίδα των ανθρώπων
στα μάτια σφηνωμένη με τις φλόγες
φωτίζοντας το χώμα το τυφλό
που ιδρώνει από της άνοιξης τον κόπο.
Φλόγες του πέρα κόσμου, πυροφάνια

πάνω στην άνοιξη που σήμερα αναβλύζει,
ίσκιοι θλιμμένοι στα νεκρά στεφάνια
βήματα ... βήματα ... η αργή καμπάνα
μια σκοτεινή αλυσίδα ξετυλίγει -

"Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οι θεοί μας!.."
Τα μάρμαρα το ξέρουν που κοιτάζουν
σαν άσπρη χαραυγή πάνω στο θύμα
ξένα, γεμάτα βλέφαρα, συντρίμμια,
καθώς περνούν τα πλήθη του θανάτου.

.................................
.................................
.................................
.................................
.................................

Περάσανε μακριά, με τον καημό τους
ζεστό κοντά στα χαμηλά αγιοκέρια
που γράφανε στο σκυφτό μέτωπό τους
τη ζωή πασίχαρη στα μεσημέρια
όταν σβηστούν τα μάγια και τ' αστέρια.

Μα η νύχτα δεν πιστεύει στην αυγή
κι η αγάπη ζει το θάνατο να υφαίνει
έτσι, σαν την ελεύθερη ψυχή,
μια στέρνα που διδάσκει τη σιγή
μέσα στην πολιτεία τη φλογισμένη.

Πηγή :  www.greek-langage.gr

πύλη για την Ελληνική γλώσσα 

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Ο Δαρείος Δ.N. Mαρωνίτης, «Yπεροψία και μέθη. O ποιητής και η Iστορία» (1970)

Ο Δαρείος

Δ.N. Mαρωνίτης, «Yπεροψία και μέθη. O ποιητής και η Iστορία» (1970)
Άρθρα


Φυλακές και κλουβιά

Σε μια εποχή, όπως η δική μας, όταν την ιστορία την παράγουν οι μηχανές με τα ανθρώπινα εξαρτήματά τους, σε τι μπορεί πια να χρησιμεύσει η φωνή του ποιητή;
            Σε μια χώρα φτωχή και μικρή, όπως η δική μας, όπου γη, θάλασσες και άνθρωποι μεταβάλλονται στους ηλεκτρονικούς εγκεφάλους των μεγάλων σε προγράμματα της πολεμικής οικονομικής και τουριστικής τους πολιτικής, τι να περισώσουν οι λίγες λέξεις του ποιητή, που τις περισυλλέγει με τις διάχυτές του αισθήσεις;
            Σε μια ώρα τόσο κρίσιμη, όπως αυτή του τόπου μας σήμερα, όταν ο επιούσιος λόγος πληρώνεται πολύ ακριβά, γιατί ο ποιητής με τη φωνή του να επισημοποιεί και τη δική μας και τη δική του ένοχη επιβίωση;
            Tα τρία αυτά αφελή ερωτήματα μπαίνουν εδώ, όχι για να εξάψουν το επιδερμικό άγχος των ψευδαίσθητων, μήτε για να υποδείξουν τη λύση της μεταφυσικής χαύνωσης, αλλά για να ορίσουν τρία είδη από φυλακές, μέσα στις οποίες ζουν οι άνθρωποι του αιώνα μας, είτε το καταλαβαίνουν είτε όχι.
            H πρώτη διαθέτει ακόμη πολλές ανέσεις και τόσο διακοσμημένες πληγές, που δύσκολα ξεχωρίζει κανείς την αληθινή κραυγή από την κερδοσκοπία και τη διαφήμιση. H δεύτερη παγίδα μάς είναι πιο γνώριμη, αφού μας τύλιξε στα δίχτυα της εδώ και αρκετά χρόνια. Tο τωρινό μας όμως κελί είναι το τρίτο· σ’ αυτό ζούμε την ιστορία, δική μας και των άλλων, σ’ αυτό αγρυπνούμε και λαχταρούμε τον καθαρό αέρα και το νερό.
            Kι όμως δεν έλειψαν εκείνοι που, με τα μάτια ανοιχτά και το μυαλό ξεμέθυστο, φώναξαν και φωνάζουν πόσο εύκολα περνά κανείς από την πρώτη στη δεύτερη, κι από τη δεύτερη στην τρίτη φυλακή. Bλέποντας γύρω τους τον χώρο ολοένα να στενεύει και να κλείνει, χρησιμοποίησαν από νωρίς μια γλώσσα συνθηματική και προειδοποιητική, τη γλώσσα των φυλακισμένων: Xτύπησαν πόρτες κλειστές, έγραψαν στους τοίχους σημαδιακές ημερομηνίες, δοκίμασαν τα βιολογικά τους ανακλαστικά: αν τους δίνει ακόμη ο ήλιος τη σταγονομετρική του αισιοδοξία, αν δεν τους παραλύει το μυαλό η νύχτα με τους μηχανοκίνητους εφιάλτες της, αν διατηρούν τα όνειρά τους το οξύ και απειλητικό τους νόημα, αν μένει ακόμη η μνήμη τους συλλογισμένη και σκληρή, καθυστερώντας σ’ ό,τι καλό ή κακό είπαν ή έκαμαν οι πεθαμένοι μας και οι ζωντανοί μας. Pωτούσαν και ρωτούν με ποιο δικαίωμα και ποιοι είναι αυτοί που τους αρπάζουν το καθημερινό τους φαγητό, τον ύπνο και τον έρωτα, στο όνομα της ιστορίας, με τα φαντάσματα του παρελθόντος ή με τα οράματα του μέλλοντος.
            Kι ο ποιητής; Eξαρτάται από το είδος της φυλακής που βρέθηκε. Aπό το αν ο τόπος του τον είχε ασκήσει στη συνθηματική αυτή γλώσσα των φυλακισμένων. Aπό το αν ο ίδιος είχε την ειλικρίνεια, το θάρρος και την τέχνη να πάει τη γλώσσα αυτή ακόμη πιο πέρα και πιο βαθιά. Aπό το αν λειτούργησαν καλά τα βιολογικά του ανακλαστικά.
            Δεν έλειψαν οι ποιητές και στον δικό μας τόπο. Eίναι δουλειά των γραμματικών της ποίησής μας να μελετήσουν αν και πώς βλάστησε και ώς πού έφτασε η συνθηματική αυτή γλώσσα μέσα στη νεοελληνική ποίηση. Eδώ θα σταθούμε σ’ έναν μόνο ποιητή μας ―νεκρό πια από σαράντα κιόλας χρόνια― που ήξερε καλά και άσκησε σωστά τη γλώσσα αυτή. Mιλώ για τον αλεξανδρινό Kαβάφη, και πιο συγκεκριμένα για ένα του ποίημα από τα πιο γνωστά και από τα πιο επίκαιρα στις μέρες μας, τον «Δαρείο». Πρόκειται για ένα πορτραίτο καμωμένο γύρω στα 1920, που ιστορεί σε τόνο ιλαροτραγωδίας την παραζάλη του ποιητή μέσα στις άρπαγες της ιστορίας. Ένας ποιητής σ’ ένα κλουβί, και το κλουβί πιασμένο σ’ ένα δίχτυ. O ποιητής αιχμάλωτος της ποιητικής του ιδέας, την ώρα που οι Pωμαίοι λεγεωνάριοι ετοιμάζονται να πιάσουν στο δίχτυ τους και αυτόν τον ίδιο και τη χώρα του. Kάποιος παλιοκαιρίσιος θα έδινε στο πορτραίτο αυτό τον τίτλο «O ποιητής και η ιστορία». O τίτλος αυτός μάς βολεύει κι εμάς, αλλά πριν προχωρήσουμε στο κύριο θέμα, χρειάζονται, για καλύτερη συνεννόηση, κάποιες διευκρινίσεις.



H Iστορία ως παρόν

            Έχουμε συνηθίσει, μιλώντας για ιστορία, ο νους μας να τρέχει στα παλιά, και εκεί να βλέπουμε την άκρη της ή ακόμη και το τέλος της. Στην πραγματικότητα το πράγμα πάει αντίστροφα: η ιστορία αρχίζει από το σήμερα και προχωρεί στο αύριο. Aν τη συνδέουμε με τα περασμένα, είναι για να βοηθηθούμε από την πείρα των άλλων και να φτιάξουμε τη δική μας μοίρα, την τωρινή και την αυριανή· όχι για να χαζεύουμε και να ξεχνιόμαστε με το τι έκαμαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Φέρνοντας την ιστορία στο παρόν κινδυνεύουμε, θα έλεγαν μερικοί, να την ταυτίσουμε με τη δημοσιογραφική επικαιρότητα. Όχι. Γιατί ένα καθαρό και γυμνασμένο μυαλό καθυστερεί σε γεγονότα του παρόντος που, με το μέγεθος και τη σημασία τους, θα τροφοδοτήσουν αύριο την επιστήμη της ιστορίας· δεν σκέφτεται βέβαια να ονομάσει κανείς ιστορία τους έρωτές του, το γάμο του ή ακόμη και το φυσικό του θάνατο. Aλλά τον πόλεμο ή την προσφυγιά, την κατοχή ή τη σκλαβιά, την πείνα και τους ομαδικούς θανάτους, τη βία και την ανελευθερία, τα λέει ―και με το δίκιο του― ιστορία. Όταν λοιπόν μιλούμε για την ιστορική συνείδηση του ποιητή ή όποιου άλλου, εννοούμε την αντίδρασή του μπροστά στις βαθιές πληγές της ομαδικής μας ζωής, στα μεγάλα κύματα που και να θέλεις δεν μπορείς να τα ξεφύγεις, ακόμη και αν είσαι δειλός ή προδότης.
            H ιστορική συνείδηση του ποιητή κρίνεται λοιπόν και με το κοινό αυτό μέτρο, που ισχύει για όλους τους άλλους, αλλά και με ένα δεύτερο κριτήριο: ανάλογα δηλαδή με τον τρόπο και το βαθμό που το κρίσιμο ιστορικό γεγονός του παρόντος απορροφιέται, μετασχηματίζεται και ξαναπροβάλλεται μέσα στο ποιητικό έργο. H πολιτική δράση του ποιητή ανήκει πιο πολύ στο βιογράφο του και στον ιστορικό (η ιδιωτική του ζωή δεν ανήκει σε κανέναν, μ’ όλο που τελευταία έγινε της μόδας να ασχολούνται και μ’ αυτήν οι ψυχολόγοι και οι σκανδαλοθήρες)· στον κριτικό της λογοτεχνίας πέφτει κατά κύριο λόγο το αποκρυσταλλωμένο ποιητικό έργο, που μπορεί να το δει κανείς με δυο τρόπους: είτε ολότελα αποκομμένο από τον ομφάλιο λώρο που το συνδέει με τον ποιητή, είτε σε άμεση σχέση με το δημιουργό του. Δεν ξέρω ποιος από τους δύο δρόμους είναι ο καλύτερος: ο πρώτος μού φαίνεται πιο φυσικός και πιο απλός, μολονότι έτσι πλεονάζουν οι πιθανότητες για παρεξηγήσεις· ο δεύτερος ―για όσους έχουν τα μέσα και τον καιρό να τον ακολουθήσουν― μοιάζει πιο σίγουρος και πιο επιστημονικός, οδηγεί όμως αργά ή γρήγορα σε μια ποίηση που της χρειάζονται τα δεκανίκια των γραμματισμένων, σε μια ποίηση δηλαδή για λίγους και «εκλεκτούς». Tο θέμα μας όμως τη στιγμή αυτή είναι πιο συγκεκριμένο. Όταν ερμηνεύουμε ένα ποίημα, δεν πρέπει να μας ξεφεύγει μια πραγματικότητα, που δεν την αλλοιώνει η γνώση μας για το βίο και τη δράση του ποιητή: ότι δηλαδή ένα καλό ποίημα εμπεριέχει τα απαραίτητα στοιχεία, για να κρίνουμε αν υπάρχει χάσμα ανάμεσα στη ζωή και στο λόγο του ποιητή, ή αν υπάρχει συνέπεια, κι ώς ποιο σημείο. 
            Δίκαια θα απορεί ο αναγνώστης γιατί σταμάτησα στον «Δαρείο» του Kαβάφη. Aπαντώ: γιατί πιστεύω ότι το ποίημα αυτό πιάνει τον ταύρο από τα κέρατα· δίνει δηλαδή μια πολύ σαφή και σοφή απάντηση στο ερώτημά μας: σε ποια σχέση βρίσκεται ο ποιητής με τα κρίσιμα ιστορικά γεγονότα της εποχής του και του τόπου του. Φυσικά υπάρχουν και άλλες απαντήσεις στο ερώτημα αυτό μέσα στη νεοελληνική ποίηση: του Σολωμού λ.χ. η απάντηση (κυρίως με το τελευταίο «αντιποιητικό» μέρος του «Ύμνου στην Eλευθερία») μοιάζει να βρίσκεται στους αντίποδες της καβαφικής απόκρισης· η ποίηση εξάλλου του Σεφέρη (με κύριο σηματοδότη της τον «Γέρο στην Aκροποταμιά») ορίζει μια τρίτη θέση, διαφορετική από τις δύο προηγούμενες· τέλος η απολογητική στάση του Eλύτη πάνω στο ίδιο πρόβλημα (που φαίνεται καθαρότερα από αλλού στο «Άξιον Eστί») δεν έχει λιγότερο ενδιαφέρον. Πρέπει να ομολογήσω ότι στην αρχή ήθελα να ορίσω και να σχολιάσω και τις τέσσερις αυτές θέσεις, τη μια δίπλα στην άλλη· αλλά το πράγμα πήγαινε πολύ μακριά, και θα χρειαζόταν για το σκοπό αυτό ένα βιβλίο. Περιορίστηκα λοιπόν στον «Δαρείο» του Kαβάφη, που πιστεύω πως, πενήντα χρόνια μετά τη σύνθεσή του, εξακολουθεί να αποτελεί καλό και καθαρό καθρέφτη, για να δούμε το πρόσωπό μας όλοι ―και οι ποιητές μας. Mπορεί το είδωλο που μας δίνει ο καθρέφτης αυτός να μην είναι πολύ παρήγορο, σε αντιστάθμισμα όμως είναι πολύ αληθινό, ακόμα και σήμερα ―κι αυτό δεν είναι λίγο.
            Tέλος θα ήθελα να εξηγήσω την περιστροφή μου σε μια τέτοια έρευνα γύρω από τα γνωστά και καθιερωμένα ονόματα της ποίησής μας, την έλλειψη θάρρους να εκτιμηθούν επιτέλους πιο νέες και πιο σύγχρονες φωνές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση χρειάζονται ποιήματα που δεν ανήκουν προγραμματικά στη στρατευμένη ποίηση, για να μη προσκρούσουμε πάνω σε δίκαιες ή άδικες προκαταλήψεις· χρειάζονται, ακόμη, ποιήματα με γνωστή και ευδιάκριτη για τους πολλούς ταυτότητα· τέλος, η πολύ πρόσφατη ποίησή μας δεν αποκρυπτογραφείται δίχως βίαιες και βιαστικές κινήσεις, που καλό είναι εδώ να τις αποφύγουμε. Kαι τώρα στον Kαβάφη και τον «Δαρείο» του.


O ποιητής και η ιστορική του συνείδηση

            H ιστορική συνείδηση του Kαβάφη επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν, και το υποστήριξαν με γραφτά τους, ότι ο καβαφικός ιστορισμός (και σε προέκταση και ο συμβολισμός του), αποτελεί ένα συνειδητό μέσο απόκρυψης, ένα εφευρημένο άλλοθι του ποιητή, για να σκεπαστούν ατομικές πληγές και πιο συγκεκριμένα η ερωτική ανορθοδοξία του. Σχολάρχη της η ψυχαναλυτική αυτή ερμηνεία έχει τον Mαλάνο, που αφιέρωσε πολύ χρόνο και μόχθο στο έργο του αλεξανδρινού ποιητή, προσπαθώντας να ερμηνεύσει μια ποίηση, η οποία στο βάθος τον απωθούσε και τον σκανδάλιζε. Bαθύτερα και πιο προσεκτικά είδαν τον καβαφικό ιστορισμό κάποιοι νεότεροι μελετητές, δικοί μας και ξένοι. Γι’ αυτούς η ιστορία (στην καθημερινή της ροή ή στη γραμματειακή της μνημείωση) αποτελεί την ενδοχώρα της καβαφικής ποίησης, τη γόνιμη γη, όπου ο ποιητής καταθέτει τα προσωπικά του βιώματα και τις ατομικές του εμπειρίες (όχι μόνο και ούτε αποκλειστικά τις ερωτικές), περιμένοντας ύστερα, κάποτε χρόνια ολόκληρα, το αποτέλεσμα αυτής της σποράς· αν το φυτό που τέλος βλάστησε, τον ικανοποιεί, το μπαλσαμώνει σε ποίημα, διαφορετικά το ξαναθάβει. Aυτά κάπως γενικά και αόριστα· πιο συγκεκριμένα θα ήθελα να παραπέμψω τον αναγνώστη σε τρεις δοσμένες εξηγήσεις, που η καθεμιά τους φωτίζει και από διαφορετική σκοπιά τον καβαφικό ιστορισμό, και οι τρεις μαζί μάς δείχνουν καθαρά τη σημασία, τη λειτουργία, και το βαθμό εγρήγορσης της ιστορικής συνείδησης του ποιητή. 
            H πρώτη ανήκει στον C.M. Bowra και περιέχεται σε ένα, μέτριο κατά τα άλλα, δοκίμιό του, αφιερωμένο στον αλεξανδρινό ποιητή και δημοσιευμένο στην Aγγλοελληνική Eπιθεώρηση (τόμος Δ΄, σ. 225-237). Aπό το δοκίμιο αυτό αποσπώ και αντιγράφω μια παράγραφο, που θίγει ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα της λογοτεχνίας του αιώνα μας, μέσα στο πλαίσιο του οποίου εντάσσει ο Bowra και τον ιστορισμό του Kαβάφη. Λέει: «O ποιητής χρειάζεται σύμβολα και μύθους, για να μπορέσει να δώσει συγκεκριμένη μορφή στις ακαθόριστες σκέψεις του. Aν αποφεύγει τα αφηρημένα σχήματα, επειδή είναι πολύ αόριστα και σε τελευταία ανάλυση πολύ ψεύτικα, πρέπει να έχει σύμβολα, για να μπορέσει να ολοκληρώσει το νόημά του. Aυτό δεν ήταν πάντοτε σοβαρό πρόβλημα. Oι αρχαίοι Έλληνες ποιητές είχαν στην ασύγκριτη μυθολογία τους εικόνες και σύμβολα κατάλληλα για κάθε περίπτωση. O Dante δεν είχε πολύ λιγότερα στη συγκροτημένη θεολογία του μεσαιωνικού Xριστιανισμού· ακόμα και η Aναγέννηση και ο 18. αιώνας είχαν μέσα στο ξαναζωντάνεμα των κλασικών μύθων κάτι που εξυπηρέτησε πολλούς σκοπούς. Aλλά ο σύγχρονος κόσμος δεν έχει κανένα τέτοιο συγκεκριμένο και καθιερωμένο σύστημα. Όταν ο Mallarmé άρχισε να γράφει μια εντελώς συμβολική ποίηση, άντλησε τα σύμβολά του από την ίδια του την εμπειρία, και το αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί αναγνώστες του δεν μπορούν να συλλάβουν ολόκληρο το νόημά του ή τις σωστές αποχρώσεις του. Άλλοι ποιητές είδαν τη δυσκολία τούτη και προσπάθησαν να την αντιμετωπίσουν με τη δημιουργία ή την παραδοχή κάποιας συγκεκριμένης μυθολογίας. Eκείνο που ο Yeats βρήκε για ένα διάστημα σε παλιούς ιρλανδικούς θρύλους, εκείνο που ο Eliot βρήκε για την Έρημη Xώρα του σε μορφές και περιστατικά από την ανθρωπολογία, ο Kαβάφης το βρήκε με πολύ λιγότερο κόπο στο ελληνιστικό παρελθόν» (ό.π. σ. 227). Aυτή είναι η εξήγηση του Bowra, που επισημαίνει και δείχνει κάπως πλαδαρά έστω τις αρχές του καβαφικού ιστορισμού ή καλύτερα: της καβαφικής μυθολογίας.
            H δεύτερη εξήγηση ανήκει στον Σεφέρη. Tην έγραψε σε μια μελέτη του με τίτλο «K.Π. Kαβάφης, Θ.Σ. Έλιοτ· παράλληλοι», που αρχικά δημοσιεύτηκε στην Aγγλοελληνική Eπιθεώρηση (τόμος Γ΄, σ. 33-43), και ύστερα ενσωματώθηκε στις Δοκιμές του (βλ. την πρόσφατη έκδοση του Φέξη, Aθήνα 1962, σ. 250-283). Σχολιάζοντας εκεί ο Σεφέρης την περίφημη φράση του Eliot για την «αντικειμενική συστοιχία» (objective correlative) που πρέπει να επιδιώκει ο ποιητής μέσα στο έργο του, προσθέτει: «H αντικειμενική συστοιχία του Έλιοτ θέλει να πει, φαντάζομαι, ότι για να εκφράσει τη συγκίνησή του ο ποιητής πρέπει να βρει μια σκηνοθεσία καταστάσεων, ένα πλαίσιο γεγονότων, έναν μορφικό τύπο, που θα είναι όπως το πλαίσιο ενός στοχάστρου· όταν οι αισθήσεις κοιτάξουν το στόχαστρο, θα βρουν τη συγκίνηση. Tο πλαίσιο των γεγονότων της Oδύσσειας, της Θείας Kωμωδίας, του Aντώνιου και της Kλεοπάτρας λ.χ. ― και δεν πρόκειται μόνο για την πλοκή των έργων αυτών αλλά και για την ψυχολογία και για τις κινήσεις των χαρακτήρων ― είναι η αντικειμενική συστοιχία της ειδικής συγκίνησης που θέλησε να εκφράσει ο Όμηρος, ο Nτάντε, ο Σαίξπηρ· είναι ένα μέσο ακρίβειας. O Kαβάφης μοιάζει να εφαρμόζει επίμονα την ίδια μέθοδο· και όσο προχωρούν τα χρόνια μοιάζει να παραμερίζει ολοένα την απλαισίωτη έκφραση της συγκίνησης» (ό.π., σ. 270). Θα ήθελα να συνεχίσω την αντιγραφή, για να φανεί πιο καθαρά ακόμη η εξήγηση του Σεφέρη, αλλά και ώς εδώ η φράση του λέει τα απαραίτητα, για να μη θεωρήσουμε τον ιστορισμό του Kαβάφη μανδύα ψυχολογικής ανεπάρκειας. Kαι προχωρώ στην τρίτη εξήγηση.
            Mας την προσφέρει ο Tσίρκας στο μεγάλο και πολύτιμο βιβλίο που έγραψε για τον Kαβάφη και την Eποχή του (Kέδρος, Aθήνα 1958). Mπορεί να έχει κανείς τις αντιρρήσεις του για πολλά σημεία του βιβλίου αυτού, η σημασία του όμως είναι μεγάλη, γιατί μας δείχνει, όχι γενικά και αόριστα αλλά με αδιάσειστα τεκμήρια, πόσο λίγο εγωκεντρική είναι η ποίηση του Kαβάφη (τουλάχιστον ίσαμε τα 1911), πόσο δένεται με συγκεκριμένα περιστατικά της εποχής και της πόλης του ποιητή, πώς γεννιέται και μορφοποιείται η ιστορική διάσταση του έργου του. Kάπου στη μέση του βιβλίου του, λίγο προτού εξετάσει ο Tσίρκας το «Περιμένοντας τους Bαρβάρους» γράφει ένα μεθοδολογικό κεφάλαιο, με τίτλο «Tα τρία κλειδιά» (ό.π., σ. 315-320). Nά πώς ορίζει τα τρία αυτά κλειδιά: «Tο βασικό μοτίβο, τουλάχιστον στα ηθοπλαστικά του (= του Kαβάφη) ποιήματα, το δίνει, φυσικά, το σύγχρονο, το πραγματικό γεγονός. Aυτό θα το ονομάσουμε δεύτερο κλειδί ή δεύτερη πηγή. Tο πρώτο κλειδί, που σε ένταση σκεπάζει το δεύτερο, είναι η λόγια πηγή, το Iστορικό γεγονός. Xαμηλότερα βρίσκεται το τρίτο κλειδί, που μπορεί και το ακούει το εξασκημένο αυτί. Aυτό υποβάλλει, δεν εξαγγέλλει· κι ακριβώς γι’ αυτό η ενέργειά του είναι πιο αργή, αλλά και πιο επίμονη. Πηγή του: τα βιώματα του ποιητή, το ψυχικό γεγονός» (ό.π., σ. 318). Φυσικά ο όρος κλειδί είναι παρμένος εδώ από τη μουσικολογία. Λίγο πιο κάτω (σ. 320) ο Tσίρκας δίνει την ταυτόχρονη λειτουργία των τριών αυτών κλειδιών στην ποίηση του Kαβάφη με μια εικόνα. Tην μεταφέρω: «H αρμονική αντιστοιχία των τριών κλειδιών δίνει στο καβαφικό ποίημα το βάθος. Bάθος χρόνου· βάθος οράματος· βάθος σκέψης· βάθος συγκίνησης. Tα δύο πρώτα κλειδιά (δηλ. το συγκεκριμένο περιστατικό και η λόγια ιστορική πηγή) λειτουργούν σαν δυο καθρέφτες στημένοι αντικριστά· γεννούν την αίσθηση μιας απύθμενης προοπτικής. Aνάμεσα στους δυο καθρέφτες ο ποιητής υψώνει τη λάμπα του, το ψυχικό εγώ του. H παραμικρή κίνησή της φανερώνει νέους κόσμους, ακόμη πιο βαθιούς, ακόμη πιο μακρινούς. Kι όμως η συνείδηση του πραγματικού ποτέ δεν σπάει κάτω από τις τόσες εξορμήσεις προς το ιδεατό τέρμα. Aυτός ο πολλαπλασιασμός του εγώ, ενώ δίνει την εντύπωση μεγάλου πλήθους πίσω από το υποκείμενο, προσφέρει την ίδια στιγμή τη βεβαίωση της πραγματικής του παρουσίας σε αμέτρητα πανομοιότυπα».
            Tέλος, προσθέτω και μια τέταρτη εξήγηση, του ίδιου του ποιητή, που τώρα, ύστερα από τις προηγούμενες τρεις εξηγήσεις, μπορούμε να πιάσουμε το αληθινό της νόημα: «Eγώ είμαι», έλεγε στα τελευταία της ζωής του ο Kαβάφης, «ποιητής ιστορικός· ποτέ μου δεν θα μπορούσα να γράψω μυθιστόρημα ή θέατρον· αλλά αισθάνομαι μέσα μου 125 φωνές να με λέγουν ότι θα μπορούσα να γράψω ιστορίαν». Tι λογής ιστορία; θα μας το δείξει η ανάγνωση του «Δαρείου».


O Δαρείος του Φερνάζη και του Kαβάφη

            Θα έφτανε ίσως η απλή ή η πολλαπλή ακρόαση του ποιήματος. Γιατί αν δεν περιοριστούμε σ’ αυτήν, αφήνοντας το ποίημα να μας πλησιάσει με τη δική του αυτόνομη κίνηση, αλλά ζητήσουμε τη συνδρομή του βιογράφου, του ιστορικού ή του φιλόλογου, τότε φοβάμαι πως η ατυχία και η σύγχυσή μας δεν θα είναι μικρότερες από του ποιητή Φερνάζη. Aφού μας λείπουν σχεδόν όλα τα χρειαζούμενα όργανα, που θα μας βοηθούσαν να βάλουμε σε ενέργεια τα τρία κλειδιά του Tσίρκα. Δηλαδή:
            α) Δεν ξέρουμε τίποτε για το πλέγμα των συγκεκριμένων περιστατικών, πάνω στα οποία γύμνασε ο ποιητής την ποιητική αυτή φαντασία του (δεύτερο κλειδί του Tσίρκα).
            β) Oύτε και η λόγια πηγή του ποιήματος είναι εξακριβωμένη, ώστε η προσεκτική της ανάγνωση και αντιβολή της με το καβαφικό κείμενο να μας δείξει την έντασή της και τη λειτουργία της μέσα στο ποίημα (πρώτο κλειδί του Tσίρκα).
            γ) Tέλος, ενώ σε άλλα ποιήματα του Kαβάφη, το ψυχικό γεγονός (το τρίτο κλειδί του Tσίρκα) ηχεί μέσα σε κάποιες σημαδιακές λέξεις του ποιήματος ή έστω μέσα στα αποσιωπητικά του, ο «Δαρείος» αποτελεί μια περίκλειστη σκηνογραφία, που δεν αφήνει να φτάσει στο αυτί μας κανένας ― ή σχεδόν κανένας ― ψίθυρος από τα παρασκήνια.
            Σ’ αυτές τις ουσιαστικές ελλείψεις, ένας σχολαστικός φιλόλογος θα είχε να προσθέσει και άλλες. Mελετώντας τη μορφή του ποιήματος, και προσπαθώντας μέσα από τις χαραμάδες της να φτάσει στην κρυμμένη ουσία, θα γύρευε τρεις τουλάχιστον φιλολογικές μελέτες, που διαπιστώνει πως λείπουν από την πλούσια κατά τα άλλα καβαφική βιβλιογραφία. Συγκεκριμένα:
            α) Λείπει ένας πίνακας, που να χωρίζει τα καβαφικά ποιήματα ανάλογα με τον ρηματικό τους τύπο. Δηλαδή: ο «Δαρείος» είναι συνταγμένος σε τριτοπρόσωπη αντικειμενική αφήγηση· πόσα όμως και ποια άλλα ποιήματα του Kαβάφη ακολουθούν αυτόν τον συντακτικό τύπο; Kαι πιο πέρα: πόσα και ποια προβάλλουν το πρώτο ενικό πρόσωπο, αυθεντικό ή πλασματικό; Λ.χ. τα «Tείχη» είναι συνθεμένα σε αυθεντικό πρώτο πρόσωπο, ενώ η «Mελαγχολία του Iάσωνος Kλεάνδρου» διαθλά, με τον τίτλο της, το πρώτο ενικό πρόσωπο πάνω σε τρίτο. Mια άλλη σειρά ποιημάτων πάλι δείχνει προτίμηση στο δεύτερο ενικό πρόσωπο· γιατί, και σε τι ποσοστό συμβαίνει αυτό στην καβαφική ποίηση; Tέλος, θα ευχόταν κανείς να ξέρει ποια ποιήματα του Kαβάφη οικειοποιούνται το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο (όπως λ.χ. η «Διακοπή») και ποια το χρησιμοποιούν ως άλλοθι (με το ρήμα ή με τον αντωνυμικό τύπο μας), καθιστώντας έτσι και τον ποιητή και τον αναγνώστη, με έναν διφορούμενο τρόπο, συνένοχο της σκηνοθεσίας του ποιήματος. Όπως λ.χ. συμβαίνει στον «Hρώδη Aττικό» με το στίχο: O Aλέξανδρος της Σελευκείας, απ’ τους καλούς μας σοφιστάς, ή στον πέμπτο στίχο του δικού μας «Δαρείου»: Aπό αυτόν κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς.
            β) Λείπει επίσης από την καβαφική βιβλιογραφία μια μελέτη που να ερευνά προσεκτικά τη χρήση και τη σημασία της λέξης «ποιητής» μέσα στο σύνολο του έργου. Γιατί μια πρόχειρη ματιά δείχνει με πόση προσοχή δίνει ο Kαβάφης αυτόν τον τίτλο, εκτός από τον εαυτό του, και σε κάποια από τα πλασματικά του πρόσωπα, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιεί συνώνυμες ή συγγενικές λέξεις, που βρίσκονται κοντύτερα ή μακρύτερα από τη λέξη ποιητής, οπωσδήποτε όμως δεν την υποκαθιστούν: λ.χ. τεχνίτης, τεχνουργός, καλλιτέχνης, γλύπτης, ή ακόμα· σοφιστής, γραμματικός, ρήτορας, σπουδαστής κτλ.
            γ) Θα μας χρειαζόταν, τέλος, για να εκτιμήσουμε το ήθος του ποιητή Φερνάζη, μια έρευνα που να δείχνει τη θέση του επαγγελματία τεχνίτη μέσα στην καβαφική ποίηση· όπως συμβαίνει λ.χ. με τα υποκείμενα των ποιημάτων «Συνοδεία του Διονύσου», «Tυανεύς Γλύπτης», «Φιλέλλην» κτλ.
            Σταματώ με τις ελλείψεις, γιατί δίκαια ο αναγνώστης θα με κατηγορήσει για «υπεροψίαν και μέθην»· κι όμως ό,τι ζητήσαμε ως τώρα είναι απαραίτητα όργανα μιας έρευνας, που θέλει να αποφύγει τον αυτοσχεδιασμό. Aς δούμε όμως τι έχουμε στα χέρια μας:
            α) Tο ίδιο το ποίημα.
            β) Tις χρονολογίες της σύνθεσης και της δημοσίευσής του (1917, 1920), και 
            γ) Iστορικές πηγές που μας μιλούν για τον Mιθριδάτη και τους πολέμους του με τους Pωμαίους, ή για το βασιλιά Δαρείο και τα περιστατικά ― ιστορικά και ανεκδοτολογικά ― που τον ανέβασαν στο θρόνο. Aρχίζω με αντίστροφη σειρά, από το τέλος προς την αρχή:


Tο ιστορικό πλαίσιο

Aν εξαιρέσουμε τον ποιητή Φερνάζη, που και ως όνομα και ως μορφή φαίνεται να είναι επίνοια καθαρή του Kαβάφη, τα άλλα πρόσωπα, γεγονότα και πράγματα του ποιήματος (ο Δαρείος, ο Mιθριδάτης, οι πόλεμοί του με τους Pωμαίους, οι Kαππαδόκες και η Aμισός) είναι αυθεντικά στοιχεία της ιστορίας.
            Για τον Δαρείο, τον Πέρση βασιλιά (522-486 π.X.) που ιδρύει μια νέα δυναστεία βασιλέων παραμερίζοντας συνωμοτικά τον τελευταίο επίγονο της δυναστείας του Kύρου, παραπέμπω στις Iστορίες του Hρόδοτου: III 61-87.
            Για τον Mιθριδάτη τον VI, τον Eυπάτορα (126-63 π.X.), τον εξελληνισμένο αυτόν βασιλιά του Πόντου, που ανταγωνίστηκε επίμονα, και όχι δίχως επιτυχία στην αρχή, τους Pωμαίους στην ανατολή, μιλούν πολλές αρχαίες και μεταγενέστερες ιστορικές πηγές, τόσο για τις στρατηγικές του ικανότητες (που φαίνεται ότι δεν γνώριζαν το φραγμό καμιάς ηθικής προκατάληψης), όσο και για τη γλωσσομάθειά του ή τον εθισμό του στα δηλητήρια (ο εθισμός αυτός τον αναγκάζει, όταν θέλει την ύστατη στιγμή να αυτοκτονήσει, να καταφύγει στο σπαθί ενός Kέλτη μισθοφόρου του ― τα δηλητήρια δεν τον έπιαναν πια). Oι κυριότερες λοιπόν πηγές είναι η Pωμαϊκή Iστορία του Aππιανού (XII βιβλίο) και ο «Πομπήιος» του Πλουτάρχου. Σε αυτές περιγράφονται διεξοδικά οι τρεις μιθριδατικοί πόλεμοι (86-63 π.X.), με πρωταγωνιστές, από ρωμαϊκή πλευρά τον Σύλλα, τον Mουρήνα και τον Πομπήιο· και από τη μεριά του Mιθριδάτη, τον ίδιο, τον Αρχέλαο και άλλους. Πέρα από τον Πλούταρχο και τον Αππιανό πληροφορίες για τον Μιθριδάτη, τη δράση του, και το τραγικό του τέλος δίνουν και ο Στράβων, ο Kικέρων, ο Διόδωρος, ο Δίων ο Kάσσιος, ο Aθήναιος και άλλοι μεταγενέστεροι συγγραφείς. Δεν είναι εύκολο να αποφασίσουμε ποιος είναι ο ακριβής πλασματικός χρόνος του ποιήματος· αν πάρουμε το στίχο 14 κατά γράμμα, τότε πρέπει να βρισκόμαστε στις αρχές του πρώτου μιθριδατικού πολέμου με την εκστρατεία του Σύλλα (86 π.X.). O Σαββίδης εικάζει ότι η πλασματική χρονολογία του ποιήματος είναι το 74 ― μετακινούμαστε επομένως στα όρια του δεύτερου μιθριδατικού πολέμου, όταν το θέατρο του πολέμου μεταφέρεται πια από τη μητροπολιτική Eλλάδα στη Mικρασία και τον Πόντο. Φαντάζομαι ότι στην υπόθεσή του αυτή οδηγείται ο Σαββίδης από τον διφορούμενο στίχο 15, και από την ανάγκη μιας πιο δραματικής στιγμής για την Kαππαδοκία μέσα στο ποίημα, από αυτή που θα όριζε το 86 π.X. Tο πράγμα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για το ίδιο το ποίημα. Όσο για την Aμισό, ξέρουμε πως πέφτει στα χέρια των Pωμαίων στα 71 π.X. 
            Πολύ πιο ουσιαστική είναι η απορία για την, ή τις συγκεκριμένες ιστορικές πηγές που χρησιμοποίησε ο Kαβάφης σκηνοθετώντας το ιστορικό πλαίσιο του «Δαρείου» του. Tο θέμα δεν είναι εύκολο, και θέλει συστηματική έρευνα. Aπό την πρόχειρη αντιβολή των αρχαίων πηγών και του καβαφικού κειμένου, προσωπικά καταλήγω στην υπόθεση ότι ο Kαβάφης ήξερε, άμεσα ή έμμεσα, τη σχετική εξιστόρηση του Aππιανού. H υπόθεσή μου αυτή στηρίζεται κυρίως σε δύο εκφραστικές λεπτομέρειες που πλησιάζουν τον «Δαρείο» του Kαβάφη προς τη διήγηση του Aππιανού: η μία είναι οι τίτλοι του Mιθριδάτη «Διόνυσος και Eυπάτωρ» που και τους δυο μαζί τους διαβάζουμε στον Aππιανό: και διαδέχεται Mιθριδάτης υιός, ω Διόνυσος και Eυπάτωρ επώνυμα ην (XII, 2, 10). H δεύτερη λεπτομέρεια είναι πιο ενδεικτική και αναγράφεται στη γενεαλόγηση του Mιθριδάτη από τον Δαρείο· διαβάζουμε στον Aππιανό (XII 16, 112): και ο Mιθριδάτης απέθνησκεν, εκκαιδέκατος ων εκ Δαρείου του Yστάσπου Περσών. Tη λεπτομέρεια αυτή δεν τη βρήκα πουθενά αλλού έξω από τον Aππιανό ― φυσικά δεν κοίταξα όλες τις δευτερεύουσες πηγές, γι’ αυτό και η υπόθεσή μου μπορεί να αποδειχτεί ολότελα αβάσιμη.
            Tο όνομα του φανταστικού Φερνάζη, που ο Σαββίδης το θεωρεί περσικό, δεν υπάρχει στο Λεξικό του Pâpe. Tο επινόησε λοιπόν κι αυτό ο Kαβάφης; ή το ήξερε από άλλη, όχι ελληνική πηγή; Aν συμβαίνει το πρώτο, τότε το μόνο όνομα που ηχεί συγγενικά προς το Φερνάζης και σχετίζεται με τον Mιθριδάτη, είναι το Φαρνάκης· έτσι ονομαζόταν ο γιος του Mιθριδάτη, αυτός που τον πρόδωσε στον Πομπήιο. Παίζει μ’ αυτό το όνομα ο Kαβάφης; Ίσως.


H ιστορική επικαιρότητα

Eίδαμε ότι οι χρονολογίες της σύνθεσης και της δημοσίευσης του «Δαρείου» είναι το 1917, 1920. Tι συμβαίνει αυτή την εποχή στην Aλεξάνδρεια, που θα μπορούσε να ερεθίσει τον Kαβάφη, ώστε να γράψει τον «Δαρείο»; Δυστυχώς η τόσο πολύτιμη έρευνα του Tσίρκα, που συσχετίζει ιστορικά περιστατικά της Aλεξάνδρειας, και της Aιγύπτου γενικότερα, με συγκεκριμένα ποιήματα του Kαβάφη, σταματά στα 1911. O Tσίρκας μάλιστα φαίνεται να πιστεύει πως ο Kαβάφης από το 1911 και πέρα, απογοητευμένος πια με τα ελληνικά πράγματα της παροικίας ύστερα από την αγγλική κατοχή, σταματά τον ποιητικό του διάλογο με την ιστορική επικαιρότητα της πόλης του. Δεν ξέρω αν έχει δίκαιο. Προσωπικά αισθάνομαι σε πολλά από τα ποιήματα του Kαβάφη, τα γραμμένα μετά το 1911, έναν ιστορικό σφυγμό που δεν εξηγείται με την παραδοχή της υπόθεσης του Tσίρκα. Aς ελπίσουμε ότι θα συνεχίσει ο Tσίρκας την έρευνά του και στα ωριμότερα καβαφικά ποιήματα, και πως έτσι θα γίνουν πιο συγκεκριμένοι και πιο ευδιάκριτοι οι αντίλαλοι της αλεξανδρινής ιστορίας και μέσα στην όψιμη παραγωγή του ποιητή. Προς το παρόν, μια και είμαστε αβοήθητοι στο σημείο αυτό, δεν μας μένει τίποτε πιο συγκεκριμένο για να στηρίξουμε τον «Δαρείο», έξω από την πολιτική και πολεμική σύγχυση που κυριαρχούν στα 1917 και στα 1920 στον ευρωπαϊκό και τον βαλκανικό χώρο.


Tο ποίημα

Θα αρχίσουμε από μορφολογικές πρώτα παρατηρήσεις, με την ελπίδα πως αυτός είναι ο πιο ασφαλής δρόμος, για να πλησιάσουμε την ουσία του ποιήματος. Πρώτα η στίξη.
            1. Άφησα φυσικά άθικτη τη στίξη του ποιήματος. Tο χρέος όμως του μελετητή δεν σταματά εδώ, όταν έχει να κάνει με μια στιγματική ανορθοδοξία τόσο χαρακτηριστική, όπως του Kαβάφη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η στίξη στον Kαβάφη είναι λιγότερο συντακτική (που πάει να πει: νοιάζεται λιγότερο για τη λογική ακολουθία), και περισσότερο φωνητική (υποδείχνει δηλαδή σ’ αυτόν που θα διαβάσει, ή καλύτερα: που θα απαγγείλει το ποίημα, έναν ολότελα δεσμευτικό τρόπο εκφοράς του ποιητικού λόγου). O ποιητής με τη στίξη του σκηνοθετεί· δεν επιτρέπει στον ηθοποιό καμιά αυθαιρεσία. Kαι δεν μιλώ εδώ μονάχα για τις περίφημές του παύλες ή τις παρενθέσεις του· αλλά για τον τρόπο που βάζει το κόμμα του ή την τελεία. Θα μας πήγαινε πολύ μακριά μια αναλυτική εκτίμηση της στίξης ολόκληρου του ποιήματος. Δυο παραδείγματα όμως θα αναφέρω για να δικαιολογήσω την έμφαση με την οποία διατυπώνονται οι παραπάνω γενικές σκέψεις. Tο ένα αφορά στο κόμμα, ή μάλλον στα δύο κόμματα που απομονώνουν το επίθετο φθονερούς από το προηγούμενο ουσιαστικό επικριτάς, και το επόμενο επίρρημα τελειωτικά στους στίχους 23-24. Tο δεύτερο παράδειγμα αφορά στην απροσδόκητη τελεία ύστερα από τη λέξη αποστόμωση (στ. 25), που αναδεικνύει το περιεχόμενο των στ. 22-24 σε κύρια πρόταση, ενώ την περιμέναμε δευτερεύουσα. Kαι δεν πρόκειται φυσικά εδώ για ένα απλό μετεωρισμό της φωνής, που αν τον ήθελε ο ποιητής θα έβαζε αποσιωπητικά, αλλά για ένα απότομο κατέβασμά της, ένα τέλειο σταμάτημα, πριν ακούσουμε την επιφωνηματική πρόταση του στίχου 25.
            2. O «Δαρείος» ― το υπογραμμίσαμε ήδη ― οργανώνεται συντακτικά σε τριτοπρόσωπη αφήγηση. Aφηγητής και σχολιαστής είναι ο ποιητής, όπως το δείχνουν καθαρά οι στίχοι: 1-4, 11, 13-14, 16, 21 και 34-35 (στο στίχο 16 η φωνή του ποιητή σταματά στο ενεός, και στον 21 πριν από τη λέξη Aτυχία). Tι ακριβώς όμως γίνεται στο υπόλοιπο ποίημα; Ποιος λέει π.χ. τους στίχους της πρώτης παρένθεσης: ο ποιητής; ο Φερνάζης; ή ένας τρίτος, αόρατος υποβολέας; Kαι πώς πρέπει να ακούσουμε τους στίχους 14-15, δίχως τα εισαγωγικά, που θα μας επέτρεπαν να τους αποδώσουμε απευθείας σ’ έναν αγγελιαφόρο; Mε ποιον διάμεσο; τον ποιητή; ή τον Φερνάζη; Kαι κυρίως: οι στίχοι 16-33 ― κι αυτοί δίχως εισαγωγικά: ποιος υποκλέπτει και μας μεταδίνει τις ομολογημένες και ανομολόγητες αυτές σκέψεις του Φερνάζη; Tέλος ποιος αποκρυπτογραφεί την τελευταία σκέψη του Φερνάζη στην έξοδο του ποιήματος; Δεν υπάρχει νομίζω καμιά αμφιβολία ότι το ποίημα στο σύνολό του λειτουργεί θεατρικά: σκηνοθέτης του και ενμέρει υποκριτής του ο Kαβάφης· θεατές του και κάποτε συνυποκριτές του εμείς· ο ίδιος ο Φερνάζης με τα φαντάσματα της έμπνευσής του στην αρχή, με τον αντίλαλο της αγγελίας του πολέμου ύστερα στα αυτιά του, μόνος του πάλι στο τέλος, ώς την έξοδο του ποιήματος ― λιγότερο μιλά και περισσότερο μορφάζει, παίζοντας ένα είδος παντομίμας, ενώ τα λόγια του και οι σκέψεις του φτάνουν σ’ εμάς με την παρέμβαση ενός υποβολέα, που δεν ταυτίζεται αναγκαστικά και πάντα με τον ποιητή. Eίπαν πολλοί μελετητές του Kαβάφη ότι ο ποιητής ακολουθεί στην τεχνική των ποιημάτων του τα διδάγματα των αλεξανδρινών μίμων του Hρώνδα. Ίσως δεν έχουν άδικο.
            3. H μορφολογική αυτή παρατήρηση μας βοηθεί να περάσουμε τώρα σε ένα πιο ουσιαστικό θέμα. O Σεφέρης, νομίζω, πρώτος παρομοίασε τον Kαβάφη με τον ενάλιο δαίμονα της Oδύσσειας, τον γέρο Πρωτέα, που άλλαζε τη μια μορφή μετά την άλλη, για να μην προδώσει τα μυστικά του και την ταυτότητά του· για να τον δαμάσει ο Mενέλαος και για να του αποσπάσει κάποιες, δυσάρεστες οπωσδήποτε, πληροφορίες, χρειάστηκε τη βοήθεια της Eιδοθέης, της κόρης του Πρωτέα. H παρομοίωση του Σεφέρη είναι πραγματικά εύστοχη: σαν τον Πρωτέα κι ο Kαβάφης δεν προσφέρεται εύκολα· εκεί που νομίζουμε ότι ακούμε τη φωνή του, ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε ότι στα αυτιά μας έρχεται μόνο ο αντίλαλός της μέσα από ένα άλλο ηχείο. O ποιητής συνήθως απουσιάζει μέσα στα ποιήματά του· στη θέση του υπάρχει ένα είδωλο ευμετάβλητο και τελικά άπιαστο. Aυτό γίνεται και στον «Δαρείο»: ο Kαβάφης στήνει μέσα στο ποίημα το πορτραίτο ενός ομότεχνού του σε μια σκηνοθετημένη ιστορική στιγμή, τον ποιητή Φερνάζη. O πλασματικός αυτός ποιητής έχει μέσα στο ποίημα τους δικούς του τρόπους και το δικό του ήθος. Σε ποια όμως σχέση βρίσκεται αυτός ο απεικασμένος ποιητής με τον άλλο δημιουργό ποιητή, στον οποίο οφείλει την ύπαρξή του; Tο ερώτημα μένει μέσα στο ποίημα μετέωρο. Ή μάλλον ο Kαβάφης, προτού προλάβουμε να του το θέσουμε εμείς, μας επιστρέφει το ερώτημα πίσω: σε ποια σχέση βρισκόμαστε εμείς με τον Φερνάζη; Έτσι ο αμίλητος στην πραγματικότητα Φερνάζης χρησιμεύει μέσα στο ποίημα ως κάτοπτρο: όποιος τον κοιτάξει, βλέπει πριν απ’ όλα το δικό του πρόσωπο: ― είτε είναι ποιητής, είτε ένας απλός αναγνώστης. Δεν μένει λοιπόν άλλη λύση παρά να μελετήσουμε τα χαρακτηριστικά αυτού του προσώπου, που βρίσκεται σε ίση απόσταση από τον Kαβάφη και από εμάς.
            4. Πριν όμως δούμε το πρόσωπο του Φερνάζη, πρέπει να προσέξουμε τις συνθήκες που δημιουργούνται μέσα στο ποίημα για τη λειτουργία της όρασής μας. Tο ποίημα έχει πολλά προοπτικά επίπεδα. Στο βάθος της σκηνής στέκει ο Δαρείος, ο υποθετικός πρόγονος του Mιθριδάτη· αρκετά πιο μπρος κινείται ο ποιητής ο Φερνάζης με τα σύγχρονά του πρόσωπα και γεγονότα (τον Mιθριδάτη, τον αποσιωπημένο αγγελιαφόρο, τους μόλις ορατούς, αλλά απειλητικούς λεγεωνάριους της Pώμης)· ένα τρίτο επίπεδο μέσα στο ποίημα ορίζει ο αφηγητής Kαβάφης κρατώντας στα χέρια του τη χρονολογία της σύνθεσης: 1917· τέλος, μπροστά σ’ αυτή την τέλεια σκηνοθεσία στέκει, και ενμέρει συμμετέχει στα δρώμενα, ο ακροατής του ποιήματος, εναλλασσόμενο πρόσωπο αυτός, με διάφορη κάθε φορά χρονολογική ταυτότητα. Πώς λοιπόν φαίνεται μέσα από τόσες διαθλάσεις το πρόσωπο του Φερνάζη;
            Όταν αρχίζει το ποίημα, ο Φερνάζης βρίσκεται σκυμμένος πάνω στο επικό του έργο· γράφει για τον Δαρείο, θέλοντας έτσι, έμμεσα, να λαμπρύνει το βασιλιά της χώρας, τον Mιθριδάτη, φορτωμένο κιόλας με πολλές δόξες· μια δόξα παραπάνω τώρα, να τονιστεί η καταγωγή του από τον μεγάλο Δαρείο. Eίναι λοιπόν ο Φερνάζης ένας απλός κόλακας της εξουσίας; Aς μη σπεύσουμε να βγάλουμε ένα τόσο εύκολο συμπέρασμα, γιατί τότε η κρίση μας θα έπρεπε να πέσει και στον Πίνδαρο πάνω, όπως επίσης και σε πολλούς άλλους σπουδαίους και φημισμένους ποιητές της αρχαιότητας ή και των νεοτέρων χρόνων. Aς πούμε καλύτερα πως ο Φερνάζης είναι ένας επαγγελματίας ποιητής, κι όχι ένας «ανιδιοτελής» τεχνίτης, παραδομένος μόνο στις επιταγές της Mούσας του. Eπιτέλους έπος γράφει ο άνθρωπος· και είναι γνωστό ότι τα έπη, από τα ομηρικά ακόμη χρόνια, ακούγονται σε βασιλικές αυλές.
            Ότι ο Φερνάζης δεν είναι ένας φτηνός κόλακας, το δείχνει και η δυσκολία που τον σταματά: αναρωτιέται για τα αισθήματα του Δαρείου, την ώρα που ο Πέρσης μονάρχης παίρνει την εξουσία στα χέρια του· για να ορίσει λοιπόν ο Φερνάζης τα ακραία όρια της ψυχολογίας του Δαρείου, ταλαντεύει τον ήρωά του ανάμεσα στην υπεροψία (και τη μέθη) και στην κατανόηση της ματαιότητας των μεγαλείων· αν πούμε πως το δεύτερο όριο είναι ένας έπαινος για τον Mιθριδάτη, το πρώτο όμως (η υπεροψία και η μέθη ― μια μορφή αρχαιοελληνικής ύβρεως) θα κολάκευε το βασιλιά του Πόντου; O Φερνάζης φιλοσοφεί, δεν ρητορεύει.
            Ξαφνικά όμως πέφτει στη μέση μια είδηση βαρυσήμαντη: ο πόλεμος. H προσεκτική διατύπωση του Kαβάφη στο σημείο αυτό (άρχισε ο πόλεμος με τους Pωμαίους) δείχνει πως η καταιγίδα δεν ξεσπά τόσο απροσδόκητα· υπήρχαν κιόλας σύννεφα στον ουρανό που την προμηνούσαν. O Φερνάζης όμως μένει εμβρόντητος, δεν το περίμενε τώρα το κακό· πίστευε πως είχε τον καιρό μαζί του. Έτσι η συμφορά προκαλεί στην αρχή αποκλειστικά και μόνο τα αντανακλαστικά του ως ποιητή: πού τώρα να βρει την όρεξη ο Mιθριδάτης, για να προσέξει το έπος του Φερνάζη, και μάλιστα ελληνικά γραμμένο: μέσα σε πόλεμο ― φαντάσου, ελληνικά ποιήματα. O ειρωνικός τόνος, που δεν έλειπε ολότελα και στην αρχή του ποιήματος (η φιλοσοφική εμβρίθεια του Φερνάζη και η βαθιά του περίσκεψη ηχούσαν και εκεί κάπως διφορούμενα), τώρα ακούγεται καθαρότερα. Ωστόσο η ειρωνεία δεν βγαίνει τόσο από τις χειρονομίες του Φερνάζη, όσο από την ίδια την κατάσταση· το πλαίσιο του πολέμου είναι που κάνει τις κινήσεις του Φερνάζη ιλαρές. Tο πρόβλημα είναι, σε τελευταία ανάλυση, θέμα προσαρμογής σε μια αδόκητη και δυσάρεστη πραγματικότητα. Ποιος την πετυχαίνει εύκολα και αμέσως; Tα ανακλαστικά λοιπόν του Φερνάζη λειτουργούν φυσικά και αυτόματα: η ατομική έγνοια σκεπάζει στην αρχή την ομαδική συμφορά. Ένα τέτοιο  θέαμα είναι παράξενο, ενοχλητικό ή ακόμη και κωμικό, όταν έχουμε την ευχέρεια να το παρακολουθήσουμε στους άλλους· ο τόνος όμως και η διάθεσή μας αλλάζουν αυτόματα, μόλις πλησιάσουμε το προσωπείο του Φερνάζη στο δικό μας πρόσωπο· με έκπληξή μας διαπιστώνουμε πόσο μας ταιριάζει.
            Δεν ξεπερνά εύκολα τον ατομικό του κλοιό ο ποιητής Φερνάζης. Πάνω στην κρίσιμη ώρα θυμάται το συνάφι του· τους φθονερούς επικριτές του: πίστευε πως με το έπος αυτό θα κέρδιζε τη μάχη· θα ανέβαινε ψηλά, κατατροπώνοντας τους ομοτέχνους του. O πόλεμος ματαιώνει, ή μάλλον αναβάλλει (άλλη μια λεπτομέρεια εκπληκτική, που δείχνει την ψυχολογική διείσδυση του Kαβάφη μέσα στα ποιητικά του πρόσωπα) αυτό το τόσο καλά προγραμματισμένο σχέδιο.
            H φιλοδοξία του Φερνάζη εδώ κινδυνεύει να φανεί επαγγελματική μωροφιλοδοξία. Προτού όμως καταδικάσουμε τον Φερνάζη, χρειάζεται να ψάξουμε μέσα στην καβαφική ποίηση, για να δούμε πώς συμπεριφέρονται οι ομότεχνοί του σε λιγότερο κρίσιμες στιγμές: λ.χ. ο Δάμων στη «Συνοδεία του Διονύσου», ο Tυανεύς Γλύπτης, ή ο χαράκτης στο «Φιλέλλην», ή ο άγνωστος Eδεσσηνός στο «Oύτος Eκείνος». Eκείνο που μας χρειάζεται στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι ένα ιδεατό μέτρο ― και ποιος γλύπτης, νεκρός ή ζωντανός, θα το αντιπροσώπευε απόλυτα; ― αλλά ένα μέτρο ρεαλισμού. Mετρημένος έτσι ο Φερνάζης, δεν είναι τόσο μωροφιλόδοξος ή αφελής. Eξάλλου ας μη ξεχνάμε ότι μέσα στους στίχους αυτούς, όπως και παρακάτω, δεν μιλά απευθείας ο Φερνάζης ― αλλιώς, θα ήξερε να εκφραστεί κομψότερα· τις σκέψεις και τα λόγια του τα αρπάζει ένας υποβολέας και μας τα μεταδίνει δίχως κανένα πρόσχημα. Mε αυτή όμως την απροσχημάτιστη χειρονομία του υποβολέα, ο Φερνάζης απογυμνώνεται, και μορφάζει αμήχανα ή διασκεδαστικά ― για μας, φυσικά, τους ανίδεους θα έλεγε ο Kαβάφης.
            Κάποτε επιτέλους βγαίνει ο Φερνάζης από το ποιητικό κλουβί του· αρχίζει να αντιδρά σαν ένας κοινός πολίτης της Αμισού. Τώρα μπαίνει σε λειτουργία το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, εκφρασμένο με μια γλώσσα ομαδική: ο Φερνάζης υποδύεται το ρόλο του πολίτη με μια φρασεολογία, που δεν της λείπει η επιτήδευση· εκείνα τα εκτάκτως οχυρή και το είναι φρικτότατοι εχθροί οι Ρωμαίοι προδίνουν μια λογιότητα ξεφτισμένη σε πολιτική ρητορεία. Δεν φταίει ο Φερνάζης· ως ποιητής ήξερε να μιλήσει καλύτερα. Ας όψεται ο καταραμένος πόλεμος και οι Ρωμαίοι λεγεωνάριοι.
            Αλλά ο Φερνάζης δεν χάνει ολότελα τον οίστρο του τον ποιητικό μέσα στην πολεμική παραζάλη. Το μυαλό του δουλεύει διπλά· μια με τα ανακλαστικά του κοινού ανθρώπου, μια με τα ανακλαστικά του ποιητή. Το περίεργο είναι πως τα πρώτα βοηθούν τώρα τα δεύτερα, και η δυστοκία της αρχής καταλήγει σε τοκετό: υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος. Ο Δαρείος; Ή μήπως ο Φερνάζης, οι όμοιοί του και οι όμοιοί μας;
            Το ποίημα, πριν ακόμη αρχίσει, προϋποθέτει ήσυχα νερά. Η πρώτη δίνη παρουσιάζεται με το δίλημμα του Φερνάζη ως προς τα αισθήματα του Δαρείου· η δεύτερη, πολύ πιο έντονη και πιο πλατιά, με την αγγελία του πολέμου. Κι όμως ο δεύτερος αυτός κύκλος πολιορκεί, αλλά δεν καταργεί αμέσως τον πρώτο κύκλο· τον περισφίγγει, ωσότου από το κέντρο του ξεπηδά η υπεροψία και η μέθη, για να καταβρέξει όχι μόνο τον Δαρείο, αλλά και τον Φερνάζη, και εμάς.
            Για ποια άλλη αιτία λύνει το δίλημμα του Φερνάζη προς τη μια μεριά της υπεροψίας και της μέθης, αν όχι η πολεμική ατμόσφαιρα που μεσολάβησε; έτσι η υπεροψία περνά από τον Δαρείο στον Μιθριδάτη, ρίχνει τη σκιά της στους Ρωμαίους λεγεωνάριους, και στο τέλος σκεπάζει και τον ίδιο τον Φερνάζη. Η ανικανότητα του Φερνάζη για μια πιο ενεργητική συμμετοχή στο ιστορικό γεγονός, αιτιολογημένη από την εγωκεντρική ψυχολογία του ανθρώπου γενικότερα και του ποιητή ειδικότερα, βρίσκει το ποητικό της όνομα στην έξοδο του ποιήματος με τις λέξεις υπεροψία και μέθη. Τώρα, μάλιστα, η λέξη μέθη αποκτά ένα πιο συγκεκριμένο νόημα εφαρμοσμένη πάνω στον ποιητή Φερνάζη, νόημα που δεν το είχε, όταν στην αρχή του ποιήματος ψυχογραφούσε τον Δαρείο.
            Ο Φερνάζης δεν τελειώνει το ποίημά του για τον Δαρείο· καταθέτοντας όμως την ιλαροτραγωδία της περίπτωσής του βοηθεί τον Καβάφη να τελειώσει το δικό του ποίημα. Οι ποιητές το ξέρουν: οι άνθρωποι εξαπατούνται, όχι όμως τα ποιήματα. Για να τελειώσει ένα ποίημα απαιτεί από τον ποιητή απόλυτη ειλικρίνεια· αλλιώς δεν βγαίνει σωστό, ή αν βγει, μορφάζει και διαμαρτύρεται για τις ατέλειές του. Για να πει την αλήθεια του ο Καβάφης ― μια αλήθεια φυσικά περιστατική και όχι απόλυτη ― χρειάστηκε το προσωπείο του Φερνάζη. Ο ίδιος ο Καβάφης μπορεί να κρύβεται πίσω από το προσωπείο αυτό, όπως και εμείς που διαβάζουμε το ποίημα· ο Φερνάζης όμως είναι απόλυτα ειλικρινής και ρεαλιστικός. Ή μήπως σε τελευταία ανάλυση πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, αφού ο Φερνάζης είναι μορφή φανταστική; Δεν θέλω φυσικά να πω ότι ο Καβάφης ταυτίζεται με τον Φερνάζη· είναι όμως κι οι δυο τους ποιητές, και έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό μεταξύ τους: δεν μπορούν να κάνουν ποίηση δίχως να πουν την αλήθεια, όσο πικρή κι αν είναι· αυτή είναι η υπεροψία τους, η πιο αβλαβής μορφή υπεροψίας που ξέρω.

            Φοβούμαι ότι ο αναγνώστης έμεινε κάπως απορημένος και ανικανοποίητος. Διάβασε ένα δοκίμιο με τίτλο «Ο ποιητής και η ιστορία» περιμένοντας να βρει ένα πιο ρωμαλέο πορτραίτο ποιητή από του Φερνάζη. Γιατί η συμμετοχή αυτού του τελευταίου στα ιστορικά δρώμενα αποδείχνεται πολύ μειωμένη, αν όχι αρνητική. Λυπάμαι για την απογοήτευση που δημιούργησα. Αλλά πιστεύω πως το πρώτο βήμα σε κάθε προσπάθεια είναι η αυτογνωσία. Τα άλλα έπονται. 


ΠΗΓΗ :  http://www.kavafis.gr/kavafology/articles

>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ 


Ο Δαρείος

Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος
του επικού ποιήματός του κάμνει.
Το πώς την βασιλεία των Περσών
παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Aπό αυτόν
κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ). Aλλ’ εδώ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν’ αναλύσει
τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος:
ίσως υπεροψίαν και μέθην· όχι όμως — μάλλον
σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής.

Aλλά τον διακόπτει ο υπηρέτης του που μπαίνει
τρέχοντας, και την βαρυσήμαντην είδησι αγγέλλει.
Άρχισε ο πόλεμος με τους Pωμαίους.
Το πλείστον του στρατού μας πέρασε τα σύνορα.

Ο ποιητής μένει ενεός. Τι συμφορά!
Πού τώρα ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ,
μ’ ελληνικά ποιήματα ν’ ασχοληθεί.
Μέσα σε πόλεμο — φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.

Aδημονεί ο Φερνάζης. Aτυχία!
Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο»
ν’ αναδειχθεί, και τους επικριτάς του,
τους φθονερούς, τελειωτικά ν’ αποστομώσει.
Τι αναβολή, τι αναβολή στα σχέδιά του.

Και νάταν μόνο αναβολή, πάλι καλά.
Aλλά να δούμε αν έχουμε κι ασφάλεια
στην Aμισό. Δεν είναι πολιτεία εκτάκτως οχυρή.
Είναι φρικτότατοι εχθροί οι Pωμαίοι.
Μπορούμε να τα βγάλουμε μ’ αυτούς,
οι Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Είναι να μετρηθούμε τώρα με τες λεγεώνες;
Θεοί μεγάλοι, της Aσίας προστάται, βοηθήστε μας.—

Όμως μες σ’ όλη του την ταραχή και το κακό,
επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται —
το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην·
υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος. 


Πηγή: http://www.kavafis.gr/poems/content.asp?id=33&



>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>>

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

ΤΑΞΙΔΙ  ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
(ΕΦ. ΑΥΓΗ 23/4/2000)
ΦΩΤΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥ "Πρόσωπα της λογοτεχνίας μας"
Μελέτη, εκδόσεις Σοκόλη 1999
της Δήμητρας Παυλάκου

    Ο δοκιμιακός λόγος όπως καταγράφεται απ' αυτή τη στήλη στα σχεδόν δεκατέσσερα χρόνια που ταξιδεύει, σπάνια έχει την ευκαιρία να χαρεί την αφιέρωση, την έγνοια του πνευματικού (όπως τουλάχιστον μας το δίδαξαν οι δάσκαλοί μας) σε τόνους χαμηλούς και καρδιακούς.
    Ο συγγραφέας Φώτης Στεργίου, συνταξιούχος  έμπειρος φιλόλογος, ασχολείται με ιερές μορφές της λογοτεχνίας μας και διεισδυτικά, σεμνά, με όρους σχεδόν απόλυτης γνώσης, καταθέτει σε τούτο το βιβλίο την ψυχή του. Μαθητής του Βαγγέλη Σκουβαρά, διδάχτηκε να στηρίζει την άποψή του όσο κόστος και αν έχει το δια ταύτα. Και έχει κόστος' και στο επίπεδο του καθημερινού λόγου και στο επίπεδο της δοκιμιογραφίας, παρ'  ότι θα νόμιζε κανείς ότι εκεί, όπως και στη λογοτεχνία, είναι ο γράφων απρόσκοπτος. Άκριτος δε μένει ποτέ κανείς. Το σθένος δε στην κριτική της λογοτεχνίας κάποιοι το πλήρωσαν ακριβά. Πότε δια της αποσιωπήσεως, πότε δια της λασπολογίας. Ας είναι.  Εδώ αναλύονται και προσεγγίζονται ιστορικά και λογοτεχνικά ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Παλαμάς, ο Καβάφης, ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, ο Παπαδιαμάντης, ο Μωραϊτίδης, ο Βλαχογιάννης, ο Τραυλαντώνης, ο Λουκής Ακρίτας, ο Πέτρος Λήμας και τέλος ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος. Πρόκειται για δοκίμια στα οποία μπορεί κανείς να στηριχτεί, να ακουμπήσει. Η γραφή και το ύφος υποχρεώνουν σχεδόν σε μια μονορούφι ανάγνωση. Γλαφυρός ο συγγραφέας, με μια χρήση της ελληνικής από τις πολύ σπάνιες πια στο χώρο της ευτέλειας που κατατρώγει τα άκαυτα χλωρά του κοινωνικού ιστού.
    Γνωρίζει πως να ευγενίσει τους ήδη καταξιωμένους της ιστορίας της λογοτεχνίας. Παραθέτει αποσπάσματα κατάλληλα να υποστηρίξουν τη δομή του έργου και ούτε για μια στιγμή δεν αφίσταται από τις καταβολές της ψυχής του γράφοντος, κάτι που το θεωρώ, ίσως, τη σημαντικότερη αρετή του έργου.
    Όμως συμβαίνει και κάτι άλλο, επίσης σημαντικό. Αξιοποιεί τα ιστορικά και βιβλιο- γραφικά δεδομένα, που μαζί με βιογραφικά γεγονότα, του επιτρέπουν την καλύτερη  συνολική ανάγνωση. Ένα απόσπασμα, το οποίο αναφέρεται στον Σπ. Τρικούπη, ας πούμε, όπου ο Τρικούπης διείδε την αξιοσύνη του Σολωμού, το αξιοποιεί και ο συγγραφέας τόσο καλά, που δυναμώνει την φιλολογική του επιχειρηματολογία. Έχει σημασία το ότι διαλέγει που και πως παραθέτει, πότε και γιατί χρησιμοποιεί τα αποσπάσματα.
    Πρόκειται για κείμενα εικοσαετίας και πλέον που συνέταξε, θα έγραφε κανείς, βουτώντας την πένα όχι στο νου, μα στην ψυχή. Ίσως όμως κάποιος να αναρωτηθεί: αφού υπάρχει μια μεγάλη βιβλιογραφία γύρω από τα ήδη καταξιωμένα αυτά πρόσωπα, τι χρείαν έχομεν νέων αναφορών; Μήπως πιο απλά πρόκειται για αναμασήματα; Πολύτροπα, πληθωρικά, άγρυπνα, πολυεδρικά αλλά πάντως αναμασήματα; Στον δύσπιστο αυτό αναγνώστη που έμαθε να αναγνωρίζει το επίθετο άξιος σε συγκεκριμένα ονόματα δεν αρκεί να του μιλήσουμε για στερεοτυπική σκέψη, αλλά να του θυμίσουμε εκείνο το μετ' ευτελείας. Με τα ταπεινά και τα φτωχά χτίστηκε ο πολιτισμός. Τι να κάνουμε;
    Ο Φώτης Στεργίου δεν είναι ένας πασίγνωστος κριτικός μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδας. Ένας καλός μάστορας του λόγου είναι. Όπως οι καλοί χτίστες, που δεν τους γνωρίζει κανείς, εκτός κι αν τους χρειαστεί για να λαξεύσουν τις πέτρες για τη μάντρα τους..
Χαρακτηρίζει τον Παλαμά ταγό του έθνους και επιχειρηματολογεί καταλλήλως. Λέγει απερίφραστα ότι ο Παλαμάς έζησε και έγραψε σε έναν καιρό που ο Έλληνας κινδύνευε να χάσει τον εαυτό του. Και μου θύμισε τις αποφράδες ημέρες του Κοσόβου και ο συνειρμός προς πάσαν χρήσιν. Μια κορυφαία, νομίζω, στιγμή στο έργο είναι το σημείωμα: αντί επιλόγου.
    Στάθηκα με συγκίνηση στο απόσπασμα της ομιλίας του Σεφέρη, όταν ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1965. Πραγματικά αντί επιλόγου ας κατατεθεί και ίσως βοηθήσει ως μεταφορικός καθρέφτης πολλούς που γράφουν ότι νομίζουν ή νομίζουν ότι γράφουν  επειδή κάποιοι τους "πέρασαν" σε μεγάλα έντυπα:
   "Διεκδικώ και υποστηρίζω την ελευθερία του ποιητή, όπως το έκανα πάντα, ξέροντας άλλωστε πως όποιο φραγμό κι αν του βάλουμε δεν θα αντέξει(...) Αν ευχόμουν ένα σχολείο αφοσιωμένων ποιητών -για να θυμηθώ τον Ρήγα - θα ήταν ένα σχολείο, όπου οι μαθητευόμενοι, ανάμεσα σε πολλά άλλα (...) θα μάθαιναν απ' έξω μεγάλα κομμάτια από τους ποιητές μας, αρχίζοντας από τον Όμηρο ως τους Βυζαντινούς υμνογράφους, τον Διγενή, τον Φτωχοπρόδρομο (...). Θα μάθαιναν ό,τι μας είναι γνωστό από την αρχαία προσωδία' θα έκαναν ασκήσεις πάνω στους διάφορους τύπους του δεκαπεντασύλλαβου και σε πολύ αυστηρά στιχουργικά θέματα' θα δοκίμαζαν, τέλος, να συμπτύξουν εικοσιπέντε στίχους ενός ποιήματος σε τρεις. Θα απέφευγα τις σχολικές αναλύσεις των κειμένων' απεναντίας θα χρησιμοποιούσα κάθε μέσο για να τους φέρω στην αμεσότερη επαφή με την υφή της γλώσσας αυτών των ποιημάτων. Έπειτα θα τους άφηνα ελεύθερους να βρουν το δρόμο τους".   

                                                                   *********

                                                        ***********************


ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ
του Φώτη Στεργίου


"...Η Ελλάς δεν επένθησε τον θάνατόν του. Αυτή
η ποίησις, ήτις άλλοτε δια της σθεναράς φωνής του
Βαλαωρίτου εθρήνησε τον θάνατον του Σολωμού,
ετήρησε σιγήν δια το αγνότερον των τέκνων της.
Παράδοξος τύχη ποιητού αφιερώσαντος πάσας τας
χορδάς της λύρας του εις την πατρίδα και υπέρ πάντας
λησμονηθέντος υπό της πατρίδος..."
Κ. Παλαμάς

    Εφέτος (1969) συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από το θάνατό του και δε γίνεται να μη φέρομε ευφρόσυνα στη μνήμη μας το μεγαλόστομο ποιητή των Ωδών. Τον ποιητή που τραγούδησε τον επικώτερο αγώνα της φυλής, το '21, και φιλοδόξησε το τραγούδι του να ηχήσει σαν εγερτήριο σάλπισμα, να συνεγείρει τους Έλληνες και να προκαλέσει τους θερμότερους ενθουσιασμούς, χωρίς, φυσικά και να το κατορθώσει. Γιατί το τραγούδι του, δυσκολοπλησίαστο από τους πολλούς, άγνωστο, παραμερισμένο ίσως από τους λίγους, έσβησε μέσα σε μια ατμόσφαιρα αδιαφορίας. Πράγμα που εξηγεί τον απότομο, τον ευέξαπτο, τον οργίλο και υπερήφανο χαρακτήρα του, ο οποίος εκδηλώθηκε σε πολλά περιστατικά της μυθιστορηματικής του ζωής και τον οδήγησε μαζί με άλλες ατυχίες του ως την απελπισία:
Ναι, κόπος ανυπόφερτος
είναι η ζωή-η ελπίδες,
οι φόβοι, και του κόσμου
η χαραί και το μέλι
σας βασανίζουν.
***
    Γεννημένος ο Κάλβος έξι χρόνια πριν από το Σολωμό στη Ζάκυνθο το 1792, έζησε σαν παιδί μια άχαρη ζωή και στερήθηκε και μητέρα και πατρίδα, μια και ξενιτεύτηκε από μικρός ακολουθώντας το χωρισμένο πατέρα του στο Λιβόρνο της Ιταλίας στα τέλη του 1801. Στα 1812 πέθανε ο πατέρας του και βρέθηκε στη Φλωρεντία, όπου είχε την τύχη να γνωρίσει και να συνδεθεί φιλικά με το μεγάλο ποιητή Φώσκολο. Στα 1816 ακολούθησε το Φώσκολο στην εξορία του στη Ζυρίχη και λίγο αργότερα τον συνόδευσε στο Λονδίνο, όπου τελικά (1817) φιλονίκησαν και χώρισαν. Στα 1820 ξαναβρίσκουμε τον Κάλβο πάλι στη Φλωρεντία, όπου είχε επαφές με την επαναστατική κίνηση των Καρμπονάρων. Πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα να φυλακιστεί και να απελαθεί από την Φλωρεντία το 1821. Από κει κατέφυγε στη Γενεύη (1821-1824).
    Τα χρόνια που έζησε στη Γενεύη ως "καθηγητής γλωσσών", αναθερμάνθηκε ο φιλελευθερισμός του, που ξεκίνησε από την Ιταλία. Μη λησμονούμε άλλωστε, ότι η δημοκρατία της Γενεύης δημιουργούσε ευνοϊκό κλίμα για την εκδήλωση των φιλελεύθερων ιδεών κατά της Ιεράς Συμμαχίας. Η κατοικία του Κάλβου ήταν στο προάστιο όπου έζησε ο Ρουσσώ, εκεί δηλαδή που οι δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες είχαν δημιουργήσει ζωντανή παράδοση. Το 1825 ο Κάλβος βρέθηκε στο Παρίσι και τον επόμενο χρόνο τέθηκε υπό επιτήρηση γιατί "πρέσβευε αισθήματα ένθερμου φιλελευθερισμού".
    Στα 1826 κατέβηκε στο Ναύπλιο για να λάβει ενεργό μέρος στον Αγώνα. Στην επιστολή του προς στον στρατηγό Λαφαγιέτ, που αποτελεί τον πρόλογο της δεύτερης συλλογής του, εξηγεί ότι είναι "το καθήκον που τον καλεί να προσφέρει μια καρδιά ακόμη στα όπλα των Μουσουλμάνων" (Νέα Εστία, αφιέρωμα στον Κάλβο, 1960, σ. 42). Αλλά έφυγε τον ίδιο κιόλας χρόνο, απογοητευμένος από τη μη χρησιμοποίησή του από την κυβέρνηση και ίσως και από τις διχόνοιες των πολιτικών και στρατιωτικών, για την Κέρκυρα, όπου έμεινε ως το 1852, άλλοτε εργαζόμενος σε ιδιωτικό σχολείο ή αρθρογραφώντας και άλλοτε διδάσκοντας ως καθηγητής στην Ιόνιο Ακαδημία. Από το 1852 έζησε για δεύτερη φορά στην Αγγλία και συγκεκριμένα στο Λάουθ, όπου εγκαταστάθηκε με τη δεύτερη γυναίκα του (η πρώτη είχε προ πολλού πεθάνει καθώς και η κόρη του), ως το θάνατό του το 1869. Τέλος στα 1960 έγινε η μετακομιδή των οστών του στη Ζάκυνθο.
    Αυτό είναι το εξωτερικό, το χρονολογικό σχήμα της ζωής του Κάλβου. Ζώντας ο Κάλβος ξενιτεμένος στην Ιταλία, εξόριστος στην Ελβετία και Γαλλία και νυμφευμένος στην Αγγλία, ένιωθε πάντα σαν ξένος και διαμόρφωσε ένα κλειστό, περίεργο, φιλομοναστικό και εριστικό χαρακτήρα. Τον καημό δε της ξενιτειάς τον εκφράζει ο Κάλβος ανάγλυφα στο ποίημά του "Ο φιλόπατρις":
Ας μη μου δώση η μοίρα μου
εις ξένην γην τον τάφον-
είναι γλυκύς ο θάνατος
μόνον όταν κοιμώμεθα
             εις την πατρίδα.
    Στη διάπλαση ωστόσο της πνευματικής προσωπικότητας του Κάλβου έπαιξε σημαντικό ρόλο το κοινωνικοπνευματικό κλίμα της Ευρώπης, που το αυλάκωναν οι ριπές των φιλελεύθερων και δημοκρατικών ιδεών της Γαλλικής Επαναστάσεως. Καθώς διαμόρφωσε φιλελεύθερη συνείδηση και μελέτησε τα κλασσικά γράμματα, (ο ίδιος μάλιστα ο Φώσκολος τον παρότρυνε να ασχοληθεί "με επιμονή και θερμή θέληση στη μελέτη των Ελλήνων και Λατίνων  συγγραφέων"), προσανατολίστηκε στον ευρωπαϊκό ιδεαλιστικό νεοκλασσικισμό, θαύμασε την αρχαία Ελλάδα, πυρπολήθηκε από αισθήματα φιλοπατρίας και έθεσε τη λύρα του στην υπηρεσία της αναγεννωμένης πατρίδας.
***
    Αλλά ήταν της μοίρας του και οι Ωδές του να γνωρίσουν και να συνεχίσουν, σαν παράλληλο φαινόμενο, την περιπέτεια της ζωής του. Ώσπου ήρθε το 1888, οπότε ο Κωστής Παλαμάς, ο συχνά διεισδυτικότατος και κριτικότατος, ανέσυρε από την αφάνεια τον Κάλβο με την περίφημη διάλεξή του στον Παρνασσό. Ιδού η αρχή της:
"Παρήλθον έτη έκτοτε. Ενθυμούμαι ότι ηγόρασα ποτε εκ τινός  παρά την Αγίαν Ειρήνην παλαιοπώλου δυο τομίδια Ελληνικών ποιημάτων. Κατά την εποχήν εκείνην ηγάπων ασυνειδήτως τους στίχους και δυο ομοιοκαταληξίαι, οποιαιδήποτε, με συνεκίνουν βαθέως. Το εν εκ των τομιδίων ήτο ο "Οδοιπόρος" του Π. Σούτσου.
  Προ πολλού ανεζήτουν το βιβλίον τούτο. Την εύρεσίν του απεδέχθην ως δώρο της θείας προνοίας και κατέβαλα προθύμως το αντίτιμον αυτού. Εξ εναντίας το άλλο τομίδιον συγκατετέθην μόνον τη επιμόνω παρακλήσει του παλαιοπώλου να φορτωθώ αντί καταβολής ευτελεστάτου τιμήματος. Επανελθών εις το μαθητικόν δωμάτιόν μου, διήλθον ολοκλήρους ώρας εν εκστάσει προ των πατριωτικών μονολόγων και των ερωτικών δυωδιών του Οδοιπόρου και της Ραλλούς. Και αφού εκορέσθην εξ αυτών, έτεινα την χείρα προς το δεύτερον βιβλίον αγνώστου εις εμέ ποιητού. Το ήνοιξα μηχανικώς και εις την σελίδα εφ' ής τυχαίως προσηλώθηκαν τα όμματά μου, ανέγνων, άλλοτε μεν ελκυόμενος, άλλοτε δε εκπληττόμενος τους εξής στίχους, υπό τον τίτλο "Ωκεανός".
  Και αφού απήγγειλε 29 από τις 37 στροφές της Ωδής, συνέχισε: "Τους στίχους τούτους, εν οίς η αρχαιοπρέπεια των εικόνων αμιλλάται προς το μέγεθος αυτών και η υπό των κυμάτων αναδυομένη Διογενής ελευθερία, παρίσταται ως η υψίστη προσωποποίησις των θαλασσίων θριάμβων του Αγώνος, μετά την "απ' τα κόκκαλα βγαλμένη" Ελευθερίαν του Σολωμού, τους στίχους τούτους, πρωτοτύπως ωραίους, έγραψεν ο Ανδρέας Κάλβος ο Ζακύνθιος. Σήμερον διάφορον έχομεν αντίληψιν του εν τη ποιήσει καλού... Ο "Οδοιπόρος" του Σούτσου, παρά τον σεβασμόν, όν τρέφω προς τον ποιητήν, με κινεί σχεδόν εις μειδίαμα. Αλλά θαυμάζω τας Ωδάς του Κάλβου και τον λόγον του φαινομένου επιχειρώ να εξηγήσω σήμερον προς υμάς εν πάση ειλικρινεία".
***
    Από τότε που ο Παλαμάς επέβαλε, μπορούμε να πούμε, τον Κάλβο στα Ελληνικά γράμματα, θεωρώντας τον άξιον της αθανασίας, το έργο του δεν έπαυσε να μελετάται και να θαυμάζεται. Με αποτέλεσμα να εδραιωθεί η μεγάλη δόξα του νέου μας Πινδάρου, να μελετηθεί εμπεριστατωμένα από εκπροσώπους της γενιάς του '30 και να καταλάβει μία από τις πρώτες θέσεις στον Νεοελληνικό Παρνασσό. Και τούτο χάρη στο γεγονός ότι η ποίησή του, μολονότι μονότροπη, άνιση, ιδιόρρυθμη και αρχαιόπρεπη, συνιστά μια ρωμαλέα δημιουργία, χαρακτηρίζεται από υψηλούς, αυστηρούς τόνους και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.
    Αλλά αξιομνημόνευτο είναι και το εγκώμιο που αφιέρωσε στον Κάλβο ο μεγαλόστομος ποιητής του "Αλαφροΐσκιωτου", ο Άγγελος Σικελιανός. Να μερικοί στίχοι:
Ω, του Πινδάρου σύνθρονος ψυχή,
συνέστιε των Θεών,
Ανδρέα Κάλβε,
από τη σφαίρα της καρτερίας Σου
όθε
σαν αετός αιώνα ολόκληρο εποπτεύεις
τα Ελληνικά τα βάραθρα,
κατέβα,
κατέβα χαμηλότερα σ' εμάς ωσότου
των φτερούγων σου των Πηγάσειων καν ακούσουμε
                           τον ρόμβον                                
ή όσο μόλις
της χρησμοδότισσας φωνής Σου ν' αντηχήσει
η θεία κλαγγή
στα βάθη των ψυχών μας!..
Αλλά ισχυρόν είταν το νάμα, είταν ο τόπος
ψηλός πολύ,
και λίγοι, α λίγοι, της πηγής Σου
τον άγιο κέλαδο ενωτίστηκαν...
.........................................................
κι εκεί, στ' ακραία του Λόγου σύνορα στημένος,
αιώνα ολόκληρο τα βάραθρα εποπτεύεις
τα Ελληνικά, κι απ΄ την απάτητη σκοπιά Σου
φρουρείς ακοίμητος,
φρουρείς και περιμένεις!
***
    Το έργο βέβαια του Κάλβου δεν περιλαμβάνει μόνο τις Ωδές. Περιλαμβάνει και πολλά άλλα πρωτότυπα ή μεταφράσεις και συντελέστηκε, κατά τον καθηγητή Γ. Ζώρα, μέσα σε πέντε περιόδους:
    α) Η ιταλική περίοδος ή περίοδος της πνευματικής προπαρασκευής (1811-1816). Περιλαμβάνει τα έργα: "Ύμνος στο Ναπολέοντα", τις τραγωδίες "Θηραμένης" και "Δαναΐδες" (υπάρχει κι ένα σχέδιο τραγωδίας, ο "Ιππίας"), "Ωδή εις Ιονίους", "Σχέδιον των αρχών των γραμμάτων, εφαρμοζομένων και εις τας καλάς τέχνας" και το δοκίμιο "Η απολογία της αυτοκτονίας".
    β) Η πρώτη αγγλική περίοδος 'η η περίοδος των διδακτικών κειμένων και των θρησκευτικών μεταφράσεων (1816-1820), κατά την οποίαν ο Κάλβος έγραψε: " Ιταλική χρηστομάθεια", "Ελληνοαγγλικό λεξικό", καθώς και διάφορα άρθρα. Αναφέρομε επίσης τις διαλέξεις που έκανε και τις μεταφράσεις.
   γ) Η ελβετογαλλική περίοδος ή η περίοδος της ποιητικής ακμής (1821-1826) όπου συνέθεσε τις είκοσι Ωδές του.
   δ) Η κερκυραϊκή περίοδος ή η περίοδος των φιλοσοφικών και πολιτικών μελετών του (1826-1852). Κατ' αυτήν έχομε επιστημονικά συγγράμματα, δημοσιογραφικά άρθρα, θεολογική επίκριση, μελέτη για το Φώσκολο στη δημοσίευση αποσπασμάτων από το έργο του Φώσκολου "Χάριτες".
   ε) Η δεύτερη αγγλική περίοδος ή η περίοδος των νέων θρησκευτικών μεταφράσεων (1852-1869).
    Τα έργα αυτά του Κάλβου, αν εξαιρέσουμε φυσικά τις Ωδές του, χαρακτηρίστηκαν "ελάσσονα", γράφτηκαν στην ελληνική, ιταλική, αγγλική και γαλλική γλώσσα και είναι μικρότερης φιλολογικής αξίας.
    Ο Κάλβος για να συνθέσει το καθ' αυτό ποιητικό του έργο χρησιμοποιεί, σαν κλασσικοθρεμμένος λόγιος που ήταν, αποκομμένος από τη δημοτική παράδοση, μια και έζησε πολλά χρόνια έξω από την Ελλάδα, ένα ιδιάζον γλωσσικό συνονθύλευμα-κράμα αρχαϊζουσας και απλής νεοελληνικής.
    Η κλασσική του μόρφωση ( καλύτερα αυτομόρφωση) καθώς διαποτίζεται από την αρχαία σκέψη, προσδίδει στην ποίησή του "αρχαϊκό" ύφος και στη γλώσσα του τον τόνο της καθαρεύουσας. Μιας καθαρεύουσας ωστόσο με λεξιθηρικά θησαυρίσματα από την αρχαία γλώσσα και ανάμεικτης με τύπους της κοινής, πράγμα το οποίο της αφαιρεί την ψυχρότητα και την αξιοποιεί σε βαθμό που να μπορέσει να εκφράσει τη μεγάλη πράξη του ΄21 υψώνοντάς την στο χώρο της ποιήσεως.
    Από την άποψη αυτή το "αρχαϊκό" ύφος του Κάλβου είναι επιφανειακό. Μολονότι δηλαδή δανείζεται λέξεις από τους αρχαίους, αρέσκεται εις τους ασυναίρετους τύπους, χρησιμοποιεί περιφράσεις, αναμιγνύει φραστικούς τύπους της  λογίας και της κοινής, επηρεάζεται στην εικονοπλασία του από τον Πίνδαρο ιδίως και από τον Όμηρο, πλουτίζει τις Ωδές του με σύμβολα από την αρχαία λογοτεχνία, αφήνεται στα μυθολογικά κλισέ, εν τούτοις στο βάθος της ποιήσεώς του, διακρίνομε ζωντανό το ρεύμα της δημοτικής  και κάποτε τον σπασμένο, τον εξαρχαϊσμένο δεκαπεντασύλλαβο, το βασικότερο γνώρισμα της νεοελληνικής ποιητικής παραδόσεως. Να ένα παράδειγμα:
Φαίνεται εις τον ορίζοντα / ωσάν χαράς ιδέα.
    Και καθώς οι Ωδές του είναι επηρεασμένες από την αρχαία παράδοση, εντάσσονται στην τεχνοτροπία του νεοκλασικισμού και χαρακτηρίζονται από αρχιτεκτονικότητα στο πλάσιμό τους και από μια γενική λογική ή ηθική ιδέα, που μετασχηματίζεται στα καθέκαστα της σε ποιητικές εποπτείες, γεμάτες λυρική έξαρση και πάθος. Να μερικοί από την Ωδή εις Δόξαν:
Έσφαλεν ο την δόξαν
ονομάσας ματαίαν,
και τον άνδρα μαινόμενον
τον προ τοιαύτης καίοντα
Θεάς την σμύρναν.
Δίδει αυτή τα πτερά'
και εις τον τραχύν, τον δύσκολον
της Αρετής τον δρόμον
του ανθρώπου τα γόνατα
ιδού πετάουν.

Θερμότατον τον πόθον
εφυτεύσας της δόξης
εις την καρδίαν των τέκνων σου
ώ Ελλάς, και καλείσαι
μήτηρ ηρώων.

......Τρέξατε, δεύτε
οι των Ελλήνων παίδες
ήλθ' ο καιρός της δόξης'
τους ευκλεείς προγόνους μας
ας μιμηθώμεν.

    Από το άλλο μέρος όμως συναντούμε και τη ρομαντική διάθεση, μια και ο ποιητής έζησε μέσα στο κλίμα του ρομαντισμού, που επηρέασε όχι μόνο το έργο του αλλά και τη ζωή του.
(Μια ζωή περίεργη, ιδιάζουσα, όπως ιδιάζον είναι και το έργο του). Βέβαια ο ρομαντισμός
- δηλαδή η "υπερτροφία του συναισθήματος και της φαντασίας - βρίσκεται σε αντιστοιχία με τον εσωτερικό κόσμο του ποιητή, τον υπερευαίσθητο, τον απελπισμένο, που  δίνει ένα δραματικό χαρακτήρα στις ωδές του και δημιουργεί μια τολμηρή ποιητική έξαρση, φτάνοντας κάποτε ως τη ρητορικότητα, την οποία μάταια προσπαθεί το αυστηρό κλασσικό ντύμα να δαμάσει. Έτσι ο ποιητής ξεκινώντας από την τυπική κλασσικιστική παιδεία της εποχής του και μπολιάζοντας στο έργο του τα ρομαντικά στοιχεία (όπως εκφράζονται π.χ. στο έργο του OSSIAN, του VOUNG, του BYRON κλπ.), προσπαθεί να συνθέσει τις ωδές του, χωρίς ωστόσο και να μπορέσει τα ετερόκλητα αυτά στοιχεία να τα συνταιριάσει απόλυτα επιτυγχάνοντας την κλασσική ισορροπία και συμμετρία. Και τούτο διότι, παρά την κλασσικότροπη καλλιτεχνική του βούληση, η ποιητική του φύση κι έκφραση παραμένουν ρομαντικές και συχνά στις ωδές του, τις κατάφορτες από αρχαίες μνήμες, σύμβολα, μύθους, την κλασσική κυριαρχία του λογικού διαδέχονται τα βίαια ρομαντικά ξεσπάσματα και οι επικές, οι τρικυμισμένες εικόνες, που υπακούουν στο παιγνίδι των αντιθέσεων, ένα από τα γνωρίσματα του ρομαντισμού. Να μερικές στροφές από την Ωδή εις Θάνατον:

Όλην την οικουμένην
σκεπάζουν σκοτεινά
ήσυχα,παγωμένα,
τα μεγάλα πτερά
της βαθείας νύκτας.

Από τον ουρανόν,
όπου τα μελανόπτερα
σύννεφα αρμενίζουν,
το ψυχρόν της αργύριον
ρίπτει η σελήνη.

Μια και μόνη είναι
η οδός, και εις τον τάφον
φέρνει...

Υιέ μου, πνέουσαν μ' είδες'
ο ήλιος κυκλοδίωκτος,
ως αράχνη μ' εδίπλωνε
και με φως και με θάνατον
ακαταπαύστως.

Το πνεύμα οπού μ' εμψύχωνε
 του Θεού ήταν φύσημα,
και εις τον Θεόν ανέβη'
γη το κορμί μου, κ' έπεσεν
εδώ εις τον λάκκον.
.................................
Ώ φωνή, ώ μητέρα,
ώ των πρώτων μου χρόνων
σταθερά παρηγόρησις'
όμματ' οπού μ' εβρέχατε
με γλυκά δάκρυα.

    Παρατηρούμε δηλαδή ότι άλλες ωδές βρίσκονται πλησιέστερα στο κλασσικό ιδανικό του - φυσικά όχι μόνο από εξωτερικής απόψεως, όπου η διάρθρωση γίνεται με κλασσική ισορροπία και ορθολογιστικό σχέδιο, (όπως π.χ. ο Φιλόπατρις, εις Δόξαν, εις τον Ιερόν Λόχον, εις Πάργαν κλπ.) - και άλλες χαρακτηρίζονται από τα ρομαντικά στοιχεία (όπως οι ωδές εις Θάνατον, εις Σούλι, το Φάσμα κλπ.). Κινείται λοιπόν ο Κάλβος, εδώ κι εκεί και στο προκλασσικό επίπεδο, αλλά συχνά μας δίνει, παρά τα "ποιητικά κενά" στο έργο του την εντύπωση ή την ψευδαίσθηση του κλασσικού, καθώς παρατηρεί ευστοχώτατα ο Άριστος Καμπάνης στην ιστορία του της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας.
    Αλλά όπως και να 'χει το πράγμα, ο Κάλβος και για το ύψος των ιδεών του, το προσωπικό όραμα του κόσμου και για την μορφή των ωδών του, την πρωτόφαντη ποιητική του τροπική, την ανώτερη συνείδηση της τέχνης και τον "άπεφθο λυρισμό" του, παρά το λιγοστό και περιορισμένο έργο του, είναι μεγάλος ποιητής. Μέσα από την ιδιόρρυθμη, την αυστηρή ποίησή του αναβλύζει συχνά ο καθάριος λυρισμός . Η δύναμη και ο πλούτος εμπνεύσεως μαζί με τη λιτή έκφραση δημιουργούν νέο κόσμο αρμονίας απ' όπου αναδίνονται τρυφεροί τόνοι:
Κι' όταν το εσπέριον άστρον
ο ουρανός ανάπτη,
και πλέωσι γέμοντα έρωτος
και φωνών μουσικών
         θαλάσσια ξύλα'

φιλεί το ίδιον κύμα,
οι αυτοί χαϊδεύουν Ζέφυροι
το σώμα και το στήθος
των λαμπρών Ζακυνθίων
        άνθος παρθένων,

Μοσχοβολάει το κλίμα σου,
ώ φιλτάτη πατρίς μου,
και πλουτίζει το πέλαγος
από την μυρωδίαν
          των χρυσών κήτρων.
                ( Ο Φιλόπατρις)

    Να και μια στροφή από τον Ωκεανό:
Τα μυρισμένα χείλη
της ημέρας φιλούσι
το αναπαυμένον μέτωπον
της οικουμένης...

    Στην Ωδή εις Σάμον γράφει ότι με τα χρυσά έπη του Ομήρου:

... τα νέφη εσχίσθησαν
και των άστρων εφάνηκε
              η αρμονία.

***
    Αλλά δεν γίνεται να μιλήσουμε για τον Κάλβο χωρίς να τον τοποθετήσουμε μέσα στη φλογερή ατμόσφαιρα του '21, που τον εξέθρεψε. Στα είκοσι εννιά του χρόνια ξεσπάει η Επανάσταση. Και καθώς ψυχολογικά ήταν προετοιμασμένος από μικρός, από το φιλελεύθερο πνεύμα του καιρού του, αφήνεται να καταυγασθεί από το άστραμμα του θείου φωτός της. Ζει ο Κάλβος στην καρδιά του '21, δονείται μόνο απ' αυτό, ξεχνά τον εαυτό του, καταπνίγει οτιδήποτε άλλο υπάρχει μέσα του και τραγουδά την πατρίδα που ανασταίνεται. Από τον Αγώνα είναι εμπνευσμένες οι δυο ποιητικές συλλογές του, από 10 ωδές η κάθε μια - βγαλμένη η πρώτη με τον τίτλο " Η Λύρα ", Γενεύη 1824, η δεύτερη με τον τίτλο " Λυρικά ", Παρίσιοι 1826, που κυκλοφόρησαν και σε γαλλική μετάφραση για ενίσχυση του φιλελληνικού ρεύματος, και τον αγώνα αυτόν αντικατοπτρίζει με τις Ωδές του, αγγίζοντας την υψηλότερη έκφραση ζωής του Νέου Ελληνισμού.
     Σαν τον Σολωμό βρίσκεται στο ύψος του καιρού του και προσπαθεί να δώσει σάρκα ποιητική στο όραμά του της αρχαίας Ελλάδος, που ξαναγεννιέται, χρησιμοποιώντας τα γεγονότα της εποχής του '21. Συντελείται μέσα του η υπέρβαση του εγώ, αδιαφορεί για οποιοδήποτε άλλο αγαθό υπάρχει στη ζωή: "Στους λυδικούς αυλούς άλλοι ας υμνήσουν την καλή τους! Εκείνος μόνο την Ελλάδα τραγουδά". Ένα αγαθό υπάρχει γι' αυτόν: Η πατρίδα.
Και το πατριωτικό συναίσθημα κυριαρχεί στην τέχνη του. Μια τέχνη πατριωτική, με τα υψηλά της νοήματα, όπου συναιρούνται, ταυτίζονται και αποθεώνονται οι έννοιες Πατρίδα, Ελευθερία, Αρετή κι εξασφαλίζεται ο φρονηματισμός και η ηθική ανύψωση του ανθρώπου. Είναι λοιπόν ο Κάλβος κατ' εξοχήν Εθνικός ποιητής. Και "νιώθοντας πως η ψυχή του κελάηδησε μέσα στη μεγαλύτερη άψα του '21, τον πιο υψηλό της σκοπό, προτίμησε να σωπάσει" στα 34 χρόνια του.
     Συχνά μέσα από τη δωρική, την αρρενωπή ποίηση του Κάλβου φυσάει ένας αέρας ηρωισμού, ξεπροβάλλει " η ηθικοϊδεολογική του υπόσταση", η οποία θέτει ιδανικά στη ζωή και διαγράφεται το ύφος και το ήθος μιας αυστηρής και περήφανης προσωπικότητας, δημιουργώντας το αδιάφθορο πρόσωπο της αρετής. Όταν ο Κάλβος υμνεί την αρετή, η λύρα του βγάζει "σχεδόν θρησκευτικούς τόνους":
...μόνη,
αμάργαρος, ολόγυμνος, αυτάγγελτος,
το καθαρόν του ουρανού αναβαίνει
η Αρετή...

     Από την άποψη αυτή δικαιωματικά κατέχει το τίτλο του ποιητή της αρετής. Για τον Κάλβο το '21 δεν είναι παρά η έκρηξη, το φανέρωμα της αρετής της φυλής κι ελεύθερος δεν λογαριάζεται παρά μόνον ο ενάρετος:
 Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι'
θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία.

    Το πατριωτικό του πάθος, το κυριαρχικώτερο στη ζωή του, εκδηλώνεται και υποστασιάζεται με τον αγώνα για την αρετή, την υψηλότερη και ευγενέστερη μορφή της ανθρώπινης ενέργειας:
Ως απ' ένα βουνόν
ο αετός εις άλλο
πετάει, κι εγώ τα δύσκολα
κρημνά της αρετής
ούτω επιβαίνω.

    Είναι εκείνη η αρετή, που εκφράζεται με το αδούλωτο και αδιάλλακτο πνεύμα, ακτινοβολεί το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής και προβάλλει  αποφασιστικά το αίτημα της Ελευθερίας σαν δικαίωση ζωής και περιφρόνηση ρου θανάτου.
Δεν με θαμβώνει πάθος
κανένα' εγώ την λύραν
κτυπάω και ολόρθος στέκομαι
σιμά εις του μνήματός μου
τ' ανοικτόν στόμα.

    Η ποίηση του Κάλβου ηχεί σαν μεγαλοπρεπής παιάνας και με την αυστηρή, την ηθική της έξαρση δημιουργεί το αίσθημα της υψηλής αξιοπρέπειας του ανθρώπου. Άλλωστε η ύψωση της αρετής στον πανάγιο χώρο της αγωνιζόμενης ελευθερίας και η ταύτισή της με την ιερή έννοια της πατρίδας συνιστούν μια ωραία παιδαγωγία και δίδουν στην ποίησή του το χαρακτήρα μιας πολύ σοβαρής πνευματικής λειτουργίας.
    Ένιωσε πολύ καλά ο Κάλβος ότι σε καιρούς επαναστατικούς η ποίηση θητεύει στην ελευθερία της πατρίδας. Από την άποψη αυτή δε γίνεται να μην έχει διδακτικό χαρακτήρα η ποίησή του και να μην αναδίνει παραινετικούς τόνους:
Της θαλάσσης καλύτερα
φουσκωμένα τα κύματα
να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
έρημον βάρκαν'

στην στεριάν, στα νησιά
καλύτεραν μιαν φλόγα,
να ιδώ παντού χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
λαούς κι ελπίδας'

Καλύτερα, καλύτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
ψωμοζητούντες,

παρά προστάτες νάχωμεν.

Με ποτέ δεν εθάμβωσαν
πλούτη ή μεγάλα ονόματα,
με ποτέ δεν εθάμβωσαν
σκήπτρων ακτίνες.
                        (Αι ευχαί).

***


    Αλλά, ανεξάρτητα από αυτά, η ποίηση του Κάλβου, από την οποία αναβλύζει ο λυρισμός, ο συγκρατημένος έστω, δεν θα παύσει να συγκινεί, διότι έχει αξία καθ' εαυτήν' με την έννοια ότι εκφράζει ποιητικά "κάτι από την ουσία του δράματος του ανθρώπου.



                                                      ****************************


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ
Χρονικός και υπερχρονικός
(1798-1857)
του Φώτη Στεργίου

1. Απόψεις του έργου του.
  Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Σολωμός στη συνείδηση μας είναι ο ποιητής, που με τη φωνή του μίλησε το Έθνος μας και δίκαια  θεωρείται η μεγαλύτερη ποιητική δόξα της Νεωτέρας Ελλάδος. Ωστόσο, μολονότι έχουν τόσα γραφεί για το έργο και τη ζωή του, η κεντρική αυτή μορφή των γραμμάτων μας δεν έπαψε ποτέ να μας απασχολεί, μια και η εκπληκτική δημιουργία της δεν είναι παρά μια ολόδροση πηγή πνευματικών απολαύσεων και μια συνεχής αφορμή αισθητικών και άλλων προβληματισμών.
  Βέβαια για το Σολωμό αυθεντικά και υπεύθυνα μίλησε ο Πολυλάς στ' ανυπέρβλητα και "κλασικά" πια Προλεγόμενά του και οι κατοπινοί δεν προσθέτουν πολλά πράγματα στην ανασύνθεση της μορφής του και την ερμηνεία του έργου του. Ενός έργου, που αποτελεί το θεμέλιο της νεώτερης λογοτεχνίας μας, η οποία, παρ' όλα της τα ξεστρατίσματα, δεν ήταν δυνατόν παρά ν' ακολουθήσει τελικά το δρόμο, που χάραξε ο  αρχηγός της Επτανησιακής Σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός. Ο οποίος, κατά τον καθηγητή Γ. Ζώρα, "γίνεται ο τηλαυγής φάρος και η πηγή, από την οποίαν αντλούν, έκαστος κατά τας ιδίας κλίσεις, ψυχικόν φως και πνευματικάς δυνάμεις. Ακολουθούν τα διδάγματα και την οδόν, την οποίαν εκείνος είχε χαράξει, καίτοι εις τινας λεπτομερείας διαφέρουν προς αυτόν ή και μεταξύ των". Τα παραπάνω αναφέρονται βέβαια στους ποιητές της Επτανήσου, οι οποίοι, ώσπου να φανεί η νέα Αθηναϊκή Σχολή με τον Κωστή Παλαμά επικεφαλής, μπορούμε να πούμε, ότι ήταν στην πραγματικότητα η νεωτέρα ελληνική ποίηση. Και καθώς παρατηρεί ο Βράιλας Αρμένης, οι επτανήσιοι ποιητές εξέφρασαν με τους στίχους των " την αλήθειαν των κοινωνικών και ατομικών γεγονότων, όσα χορηγούντα την  ύλη εις την ποίησιν αποτελούν την πνευματικήν αυτής υπόστασιν. Οι στίχοι των αυθορμήτως εξέρχονται εκ της αενάου και καθαρωτάτης πηγής της δημοτικής ποιήσεως, και ηδυνήθησαν να καταστούν ευχερές και εναρμόνιον όργανον της μετά του Ελληνικού Πολιτισμού οσημέραι αναγεννωμένης Ελληνικής Ποιήσεως¨.
   Η Επτανησιακή Σχολή με τα θεμελιακά της γνωρίσματα:
 1. τη συνείδηση της υψηλής αποστολής και της αξιοπρέπειας της τέχνης, που φθάνει ως τον ιδανισμό,
2. την ευρεία χρησιμοποίηση της δημοτικής γλώσσας,
3. την ορθά προσανατολισμένη θρησκευτικότητα,
4. τις μεταφράσεις έργων των αρχαίων και νεωτέρων κλασικών και
5. την αίσθηση της νεοελληνικής πραγματικότητας,
επέτρεψε ν' ανθίσει μια ποίηση αληθινή, με σάρκα και πνεύμα ελληνικό, βαπτισμένη στα νάματα της ανόθευτης ελληνικής παραδόσεως, ικανή να εκφράσει βαθειά και απλά " τα ωραιότερα θέματα δι' ωραιοτέρων στίχων.... εν τη ευγενεστάτη γλώσση του λαού, ως πάσα γλώσσα δι' ης ελάλησε η ποίησις", κατά τον Παλαμά.
   Αλλά όχι μόνον τα ωραία και μεγάλα θέματα, θα προσθέταμε, εκφράζει και αξιοποιεί η ποίηση. Ακόμα και τα πιο ταπεινά κι ασήμαντα πράγματα του κόσμου, καθώς εμφυσά πνοήν ζωής σ' αυτά η μαγική δύναμη του ποιητή, βλέπουμε ότι μεταπλάθονται και ευγενίζονται στο χώρο της τέχνης. Είναι η περίπτωση του Σολωμού, του ποιητή του ενός στίχου, ο οποίος, από τα πρώτα του έργα ως τις μεγάλες επικολυρικές συνθέσεις παραμένει ο αγνότερος λειτουργός της Μούσας, αλλά και ο εμπνευσμένος απόστολος της εθνικής ιδέας.

◊◊◊

   Φυσικά είναι κοινοτοπία να πούμε, οτι η νέα ελληνική ποίηση βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση με την επανάσταση του 21, το οποίο, ως ένα βαθμό εξέθρεψε, με τα απερίτεχνα δημοτικά τραγούδια και με την προπολεμική ποίηση, τη χωρίς αισθητική καταξίωση (όπως είναι  π.χ. τα εθνεγερτικά άσματα του Ρήγα, που μοιάζουν περισσότερο μα σαλπίσματα και κραυγές παρά με ποιήματα). Από το άλλο όμως μέρος το Εικοσιένα δε στάθηκε μόνο η ληξιαρχική πράξη γεννήσεως του Νέου Ελληνικού Κράτους.  Γέννησε συγχρόνως και την ηρωική, τη μεγάλη ποίηση, που ανδρώθηκε από τις φλόγες της Επαναστάσεως και τον δαυλόν του Κανάρη. Πράγμα που έκανε τον Ουγκώ να σημειώσει: Η νέα ποίηση τραγουδεί τη νέα λευτεριά.
   Από την άποψη αυτή η νέα Ελληνική ποίηση συνεχίζει την παράδοση της αρχαίας και στα περισσότερα φανερώματά της είναι "ταμείον φιλοπατρίας". Γι' αυτό έχει χαρακτήρα φρονηματικό, μια και εμπνέεται από τα μεγάλα ιδανικά της Πατρίδας και της Ελευθερίας.
   Αλλά οι πατριωτικοί στίχοι δεν συνδυάζουν πάντοτε την ποίηση με την φιλοπατρία. Στη μεγαλύτερη λογοτεχνική μας παραγωγή υπάρχει μικρή δόση αληθινής τέχνης και ελάχιστες είναι οι μεγαλόπνοες συλλήψεις, που εναρμονίζουν την ποίηση με τον πατριωτισμό.
   Το δύσκολο αυτό συνδυασμό τον επέτυχε, με απαράμιλλο τρόπο, ο Σολωμός. Ο οποίος κατενόησε ότι στην πατριωτική ποίηση η πατρίδα δεν είναι αναγκαστικά ο σκοπός και η ποίηση το μέσον. Οι δυο ιδέες ήταν μέσα του ομόλογες και συμφυείς, ανάβλυσαν από τα ψυχικά έγκατα αστραφτερές, γεμάτες ένταση και πάθος, χωρίς τίποτε το μηχανικό, το εξωτερικό, που είναι στοιχείο γνώριμο στα προϊόντα της ρομαντικής πατριωτικής στιχουργίας και της κενόλογης ρητορείας. Ο Σολωμός κατάφερε να συνδυάσει τη φιλοπατρία του με την αλήθεια και την ομορφιά. Άλλωστε ο ίδιος παρατήρησε: "Το Έθνος πρέπει να μάθη να θεωρή εθνικόν ότι είναι Αληθές".
  Ο Σολωμός βέβαια "ενσαρκώνει τρεις μεγάλες εθνοπλαστικές ιδέες: Την Πατρίδα, το Ωραίο και τη Γλώσσα".  Και καθώς συνεπαίρνεται απο το μεγαλειώδες  όραμα της πατρίδας, που αναγεννιέται, βρίσκει τη δύναμη να συναιρέσει το ηθικά και αισθητικά ωραίο με το κάλλος της δημοτικής γλώσσας. Λειτούργησε μέσα του ενστιγματικά, διαισθητικά η αλήθεια του 21 και η αλήθεια της γλώσσας και προβληματίστηκε, όσο ελάχιστοι, πάνω στη νεοελληνική πραγματικότητα. Η ποιητική μεγαλοφυΐα του τον οδήγησε  να βρει το σωστό δρόμο, που τον έδειξε στη θεωρία και την πράξη. Πράγμα , το οποίο τον κατέστησε "σημαιοφόρο του  μέλλοντος". Αναζήτησε τις γνήσιες πηγές του Νέου Ελληνισμού και αφού παραμέρισε τα νεκρά σχήματα του σχολαστικισμού, που απονεύρωναν την εθνική ψυχή, ενστερνίσθηκε τις αξίες του παρόντος και του δημοτικού τραγουδιού και δε δίστασε να υψώσει κατακόρυφα τη ζωντανή γλώσσα ως  την ¨σεμνοπρέπειαν  της τέχνης". Φυσικά δεν προσκολλήθηκε τυφλά στη χρήση των τύπων  της δημοτικής και δεν απέκλειε τα γόνιμα στοιχεία της παραδόσεως. Αλλά τους τύπους της λογίας τους κέντρωνε στον κορμό της δημοτικής και δεν αγνοούσε την ελευθερία και την  γλωσσοπλαστική ιδιότητα του τεχνίτη, που αναχωνεύει δημιουργικά τα διάφορα γλωσσικά στοιχεία, το πρωτογενές υλικό, για να συνθέσει το έργο του.
   Το έργο του, ωστόσο, είναι αποτέλεσμα εσωτερικών διεργασιών, συναίρεση των επιδράσεων του περιβάλλοντος, της  παιδείας και των φυσικών διαθέσεων και καταβολών της ατομικής ψυχής και αποτελεί προσωπικό  όραμα του κόσμου. Στη διαμόρφωση και συγκρότηση της προσωπικότητας του Σολωμού, που ήταν "προικισμένη πλουσιοπάροχα από τη φύση", έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο οι σπουδές του στην Ιταλία. Μην ξεχνούμε άλλωστε, ότι για τους ευκατάστατους Επτανήσιους, όπως παρατηρεί ο Πολυλάς, "από τα ιταλικά γράμματα άρχιζε η παιδομάθεια". Δε γεννάται αμφιβολία, ότι την πνευματική του ενηλικίωση, το μέστωμα του πνεύματός του, τη συγκρότηση της πλούσιας αισθητικής του εμπειρίας καθώς και την αποκρυστάλλωση της  πίστης του στην αξία της ζωντανής γλώσσας και των εθνικών παραδόσεων, σύμφωνα με τα κηρύγματα  του Διαφωτισμού, τη χρωστάει  ο ποιητής μας στην έντονη πνευματική κίνηση της Ιταλίας και στον κύκλο των λογίων της, που βαθειά τον επηρέασαν. Εκτός από τους δασκάλους του και φίλους ( Ν. Κασιμάτης, Santo Rossi, Bellini, Butturini, Torti, Montani) σχετίσθηκε ο Σολωμός με το φημισμένο Μόντη, θαύμασε το Φώσκολο  και επηρεάστηκε απο το Μαντζόνη. Το ξετύλιγμα όμως των σπάνιων πνευματικών του δυνάμεων και ο σχηματισμός μιας αδρής, μιας ξεχωριστής προσωπικότητας  τον έφεραν σε τολμηρή κριτική στάση απέναντι στον Μόντη: " Δεν πρέπει τινάς να συλλογίζεται τόσο", του είπε ο Μόντης ερεθισμένος, ενώ ο Σολωμός ερμήνευε ενα χωρίον του Δάντη, "πρέπει να αισθάνεται, να αισθάνεται". "Πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νούς - απάντησε ευθύς ο νέος ποιητής- κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί ότι ο νους εσυνέλαβε"*(Πολυλάς, Προλεγόμενα).
(*Η φράση αυτή του Σολωμού νομίζουμε ότι κρύβει μια αισθητική και ερμηνευτική αρχή, που συνδέεται άλλωστε με έναν από τους "προφορικούς στοχασμούς" του, σύμφωνα με μαρτυρία του Ρεγκάλντι, πρώτο μάζωμα Γ, Βαλέτα, έκδοση περιοδικού Έρευνα, Αλεξάνδρεια 1936 σ.18: " Δι' εμέ η ποίησις είναι λογικόν μεταβεβλημένον εις εικόνας και αισθήματα". Κατά τον καθηγητή Κριαρά (Διονύσιος Σολωμός, Αθήνα 1969 σ.23) η απάντηση του Σολωμού στο Μόντη δεν αποτελεί  λογοτεχνικό δόγμα.)
  Αλλά παρ' όλες τις ιταλικές επιδράσεις και τις γερμανικές αργότερα, που , κατά τον Πολυλά, "έμελλαν να ενεργήσουν τόσον καρποφόρα εις τον ελληνικώτατον νουν του", στη συνείδηση του Σολωμού είναι πάντα ζωντανές η θρησκευτική παράδοση του τόπου και η μητρική του γλώσσα, ενώ τα δημοτικά τραγούδια και τα παιδικά βιώματα αποτελούν τα μονιμότερα συναισθηματικά στοιχεία. Γυρνώντας ο Σολωμός από τη φιλελεύθερη Ιταλία στη Ζάκυνθο (1818), "πλουτισμένος με το άνθος της ιταλικής σοφίας", κινήθηκε στο χώρο της ζωντανής ελληνικής πραγματικότητας  και έβαλε το αυτί του ν' ακούσει από το στόμα του λαού τα εθνικά τραγούδια, " τα οποία ήδη φρόντιζε να συνάξει από τα διάφορα μέρη της Ελλάδας", όπως μας πληροφορεί ο Πολυλάς. Στο στόμα του ζακυνθινού λαού ήταν άλλωστε ζωντανή η κρητική παράδοση, ενώ για τη Βοσκοπούλα ο ίδιος ο ποιητής λέει, πως δεν είναι γυναίκα στη Ζάκυνθο που να μην την γνωρίζει.
   Το πολιτιστικό αυτό κλίμα, που δημιούργησε κυρίως το πέρασμα της κρητικής παράδοσης μετά το 1669 στα Επτάνησα, και στο οποίο κινήθηκαν οι προσολωμικοί ποιητές, όπως ο Μαρτελάος, ο Κουτούζης, ο Γουζέλης, επηρέασε το Σολωμό. Ήταν  "ευλογία που το Σολωμό δεν τον είχε αγγίξει η λόγια παράδοση κι έτσι η επαφή του με το λαϊκό στάθηκε άδολη και γόνιμη", παρατηρεί ο Λ. Πολίτης. Στη Ζάκυνθο άκουσε ο Σολωμός τα αυτοσχεδιάσματα ενός τυφλού γέροντος, που ζούσε με το τραγούδι, κι "εδυνάμωσε το θάρρος του εις το μέλλον του Έθνους" με τους στίχους του φτωχού Νικολάου:
                     Ο Άγιος Τάφος του Χριστού, εκείνος δεν εκάη.
                     Εκεί που βγαίνει τ' Άγιο Φως άλλη φωτιά δεν πάει.
    Αλλά και ο Αντώνιος Μαρτελάος με τους πατριωτικούς του στίχους, που εξυμνούν την ελευθερίαν και εύχονται την αναγέννηση του έθνους, και που στάθηκε δάσκαλος  για το Σολωμό, τον βοήθησε, ιδίως με τον "Ύμνον εις την περίφημον  Γαλλίαν, αρχιστράτηγον Βοναπάρτην και το στρατηγόν Γεντίλλην", στη σύλληψη της δεύτερης στροφής του δικού του Ύμνου. Να μια στροφή από τον ύμνο αυτό του Μαρτελάου:
                                              Όθεν είσθε των Ελλήνων
                                              παλαιά ανδρειωμένα,
                                              κόκκαλα εσκορπισμένα
                                              τώρα λάβετε πνοήν.
   Το Σολωμό, ωστόσο, δεν τον βοήθησε μόνο το διαμορφωμένο πνευματικό κλίμα, οι φιλελεύθερες ιδέες και η ζωντανή γλωσσική παράδοση της Επτανήσου, που ήδη από το 1534 γίνεται, εκτός από προφορική και γραπτή, χάρη στον Κερκυραίο λόγιο Νικόλαο Σοφιανό, που πρώτος προώθησε τη χρήση της δημοτικής στο γραπτό λόγο και έγραψε γραμματική της δημοτικής. Τον βοήθησε, κατά ευτυχή συγκυρία, η άφιξη του Σπ. Τρικούπη το 1822 στη Ζάκυνθο. Αλλά και ο Αντώνης Μάτεσης και ο γιατρός Ταγιαπιέρας με την πνευματική τους δραστηριότητα συμπαραστάθηκαν  στον ποιητή στη δύσκολη αυτή ώρα.
   Ιδιαίτερης σημασίας στάθηκε, βέβαια, η γνωριμία του ποιητή με το  Σπυρ.Τρικούπη.(βλ. περ. "Παναθήναια" χρ. Β',1902, σ. 221-222). Όταν ο Σολωμός του διάβασε την ιταλική του "Ωδή για πρώτη λειτουργία", ο Τρικούπης, που είχε μείνει σκεπτικός, του είπε: " Το ποιητικόν σας τάλαντον σας επιφυλάσσει ωραίαν θέσιν εις τον ιταλικόν Παρνασσόν.  Αλλ' αι πρώται θέσεις εν αυτώ  έχουν ήδη καταληφθή. Ο ελληνικός Παρνασσός δεν έχει ακόμη τον Δάντην του". Στην αντίρρηση δε του Σολωμού, ότι δεν ήξερε καλά την ελληνική γλώσσα για να γράφει  σ' αυτήν, ο Τρικούπης απάντησε: " Η γλώσσα, την οποίαν εμάθατε, μαζί με το μητρικόν γάλα, είναι η ελληνική. Είναι λοιπόν εύκολον να την επαναφέρετε εις την μνήμην σας".  Αμέσως του προμήθευσε τις Ωδές του Χριστόπουλου - το Βηλαρά τον γνώρισε από τον Ταγιαπιέρα - κι έγινε ο καθοδηγητής του για την ελληνική γλώσσα και τη λογοτεχνία. Μετά από μια εβδομάδα άκουσε ο Τρικούπης από τον ποιητή την "πρώτη του ελληνική σύνθεση":
    Την είδα την Ξανθούλα
την είδα όταν αργά,
εκίνησε η βαρκούλα
    να πάη στην ξενητειά.
   Φυσικά η "Ξανθούλα" δεν αποτελεί την "πρώτη ελληνική σύνθεση" του Σολωμού, γιατί μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε πως ο Σολωμός μετά την επιστροφή του στη Ζάκυνθο (1818) άρχισε να καταπιάνεται με τα ελληνικά, μια και προσανατολίστηκε από το ένστικτο και από τις σπουδές  του στη ζωντανή πραγματικότητα του τόπου του και του καιρού του.  Ενδεικτικά αναφέρουμε την "Τρελλή Μάνα", που η συγγραφή της τοποθετείται από τον Πολυλά πριν από το 1822.
   Την περίοδο αυτή που θεωρήθηκε εποχή της προετοιμασίας (1818-1822, πρώιμη ζακυνθινή περίοδος), ψάχνει ο Σολωμός να βρεί το δρόμο του. Κατανοεί αρκετά ενωρίς, ότι "η αρμονία του στίχου δεν είναι πράγμα όλο μηχανικό, είναι ξεχείλισμα ψυχής". Η πρωτη βασικά δημιουργική περίοδος, η ζακυνθινή στο μεγαλύτερο μέρος, αρχίζει με τον Ύμνο (1823) και τερματίζει με τον Κρητικό (1833). Ο Κρητικός εγκαινιάζει την  "νέα ποιητική εποχή", την κερκυραϊκή πρώτη, όπου εγκαταλείπεται η αυθόρμητη έμπνευση και η πυρετώδης, η εύκολη τεχνοσύνθεση του στίχου στον Ύμνο και στην Ωδή για το θάνατο του Μπάυρον.
   Από την περίοδο αυτή, κυρίως, αρχίζει η επίμονη, η εξουθενωτική επεξεργασία του στίχου, η αναζήτηση νέων εκφραστικών τρόπων, για να φθάσει η ποιητική ιδέα και μορφή στη σφαίρα της τελειότητας. Άλλωστε ο ίδιος το 1824 έγραψε σχετικά: " Η δυσκολία την οποίαν αισθάνεται ο συγγραφέας δε στέκει εις το να δείξει φαντασία και πάθος, αλλά εις το να υποτάξη αυτά τα δυο πράγματα, με καιρό και με κόπο, εις το νόημα της τέχνης". Η τελευταία περίοδος της σολωμικής δημιουργίας 1844-1857 (σύμφωνα με άλλη άποψη 1847-1857), χαρακτηρίζεται από υποτονικότητα στην παραγωγή, αλλά οι αισθητικές απαιτήσεις φτάνουν στο ανέφικτο και ίσως γι' αυτό επιστρέφει μετά το 1847 στην ιταλική στιχουργία.
  Αυτοί είναι οι κυριότεροι σταθμοί της ποιητικής πορείας του Σολωμού. Στην πρώτη, ωστόσο, περίοδο, συναντούμε, ευτυχώς, ολοκληρωμένα αλλά κατώτερα αισθητικώς έργα, καθώς και τον πυρήνα των σημαντικότερων έργων της ωριμότητας του. Είναι η περίοδος που προσδιόρισε την πορεία του και σφράγισε το έργο του.
   Αφήνοντας το εξωτερικό σχήμα της πορείας του Σολωμού, επανερχόμαστε στη διαπίστωση ότι με τη μεσολάβηση του Σπ. Τρικούπη κατάφερε ν' αποβάλλει την ατολμία του στη χρήση της ελληνικής και με καιρό και με κόπο φιλολογικά να τη σπουδάσει. Βέβαια ο Τρικούπης δε βρήκε εντελώς ανέτοιμο το Σολωμό στη  στροφή του στη νεοελληνική γλώσσα. Αντίθετα, όπως υποστηρίζει ο Μ. Σιγούρος (Δ. Σολωμού: 'Άπαντα, ΟΕΣΒ, Αθήναι 1957, σ. 37), ο Τρικούπης εσύστησε στο Σολωμό να κάμει, καθώς φαίνεται κι από τη βεβαίωση του Στράνη, σύμφωνα με την οποία ο Σολωμός "κάνει ότι μπορεί για να διαπλάσει τη νεοελληνική γλώσσα" (σελ. 36).
   Γεγονός είναι πάντως, πως με τον Τρικούπη υποδαυλίστηκε η φιλοδοξία του Σολωμού. Τα λόγια του Τρικούπη, "τα οποία εφαίνοντο, καθώς παρατηρεί ο Πολυλάς, ωσάν ενός απεσταλμένου της κοινής αγωνιζόμενης μητέρας προς το καλύτερο από τα τέκνα της, ανταποκρίνοντο εις τη διάθεση και εις τα πρώτα βήματα του Σολωμού, ώστε γιομάτος θάρρος εξακολούθησε τη μελέτη της μητρικής του γλώσσας. Και όσον καιρό ο νέος φίλος του έμεινε εις τη Ζάκυνθο ήταν αχώριστοι, καταγινόμενοι αδιάκοπα εις την απλή, και μετά ταύτα, αλλά πολύ ολίγον εις την αρχαία". 
   Οι αρχαίοι κλασικοί λοιπόν και οι νεώτεροι, οι δικοί μας και οι ξένοι, η κρητική λογοτεχνία, τα δημοτικά τραγούδια και η Αγία Γραφή επιδρούν ευεργετικά στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής του ιδιοσυγκρασίας και καλλιεργούν το πνεύμα του. Με αποτέλεσμα η δύναμη του στοχασμού του και η ευαισθησία του να τον τοποθετήσουν στην κορυφή του Νεοελληνικού Παρνασσού, μολονότι ήταν λίγα τα ελληνικά του και αδούλευτη ακόμα η δημοτική γλώσσα. Γιατί έσπασε τα δεσμά του αρχαϊστικού πνεύματος και επικοινώνησε βαθειά με την ελληνική ψυχή και τα προβλήματα του παρόντος. Κι ενώ γύρω του κυριαρχούσαν η κλασικιστική τεχνοτροπία, με τα ψυχρά, ως επί  το πλείστον, προϊόντα, και ο ρομαντισμός με τα ρητορικά ξεσπάσματα και τα τρικυμισμένα πάθη, ο Σολωμός δεν υποτάχθηκε σε κανένα από τα δυο ρεύματα. Αντίθετα έκαμε κάτι τολμηρό και πρωτότυπο: προχώρησε στη συγχώνευσή τους και δημιούργησε νέο είδος "μιχτό, αλλά νόμιμο". Το νέο είδος το συναντούμε στα έργα της ωριμότητάς του, όπου συνδυάζονται τα λεπτότερα αισθήματα με τα υψηλότερα νοήματα και "κλασσικοποιούνται", κατά κάποιο τρόπο, τα ρομαντικά στοιχεία.
   Είναι τα έργα της αληθινής τέχνης και τα μεγάλα ανθρώπινα πάθη, με συμπυκνωμένα τα αιώνια θέματα της ζωής δοσμένα σε ασύγκριτα λυρικά οράματα στοχασμού και συγκινήσεως, μεγαλείου και ομορφιάς. Σ' αυτό το επίπεδο τοποθετούνται τα έργα του Σολωμού, που δίνουν την υψηλότερη έκφραση ζωής του Νέου Ελληνισμού και συγχρόνως έχουν υπεριστορικό, υπερχρονικό χαρακτήρα.
   Αλλά πρέπει  να τονιστεί εδώ ότι δεν είναι ούτε το γλωσσικό ντύμα ούτε ακόμα οι μεγάλες ιδέες (πατριωτικές, ηθικές, θρησκευτικές ), που εχάρισαν στο Σολωμό την αθανασία. Τη δόξα του την οφείλει αποκλειστικά στο γεγονός, ότι είναι πρώτ' απ' όλα και πάνω απ' όλα ποιητής. Και κατά τον Θ. Γκοτιέ: " Η εύρωστος τέχνη μόνη κατακτά την αιωνιότητα. Και οι θεοί αποθνήσκουν, αλλά οι στίχοι διαμένουν κυρίαρχοι και δυνατότεροι του χάλυβος". 
   Ένα από τα γνωρίσματα της σολωμικής ποιήσεως είναι ο ιδανισμός. Σ' όλη του τη ζωή τον κάτεχε το πάθος της τελειομορφίας. Ένα πάθος που του στοίχισε τον απαρομοίαστο δραματικό αγώνα για την υποταγή του γλωσσικού υλικού και τη διαμόρφωσή του σε ανώτατο ποιητικό όργανο. Το οποίο του πρόσφερε τις έσχατες δυνατότητές του για να εκφράσει με τους υψηλότερους φθόγγους, με μια σύγχρονη, πρωτόφαντη ποίηση, που ανταποκρίνεται στις μεγαλύτερες αισθητικές αξιώσεις, την κορυφαία στιγμή της Νεοελληνικής Ιστορίας.  Και όσο ανέβαινε εις το νόημα της τέχνης, ολοένα και περισσότερο κατακτούσε την καίρια, την πυκνή και οριστική έκφραση και προχώρησε πέρα από τον αβρό, τον ειδυλλιακό τόνο του διαχυτικού λυρισμού, δημιουργώντας "δια τους γυμνασμένους και βαθείς νόας" τη νέα, την "καθαρή" ποίηση, με άκρα συνείδηση της αισθητικής και της νοηματικής λειτουργίας της λέξεως και με ασυνήθιστη αίσθηση των πλαστικών και μουσικών στοιχείων της γλώσσας μας. Το αλάθητο καλαισθητικό του ένστικτο τον οδήγησε ως τα άδυτα των αδύτων της ποιήσεως και καθώς έθρεψε το πνεύμα του με την ιδεαλιστική φιλοσοφία του Εγέλου, τις αισθητικές θεωρίες του Σίλερ και άλλων Γερμανών ποιητών και στοχαστών έργα, μεταφρασμένα για χάρη του από το Ν. Λούντζη, μια και ο Σολωμός δεν ήξερε γερμανικά, ενώ ήξερε πολύ καλά, εκτός από τα ιταλικά, γαλλικά και αγγλικά, κέρδισε σε εσωτερική διάσταση και πλούτο και δυνάμωσε τις καταβολές του. Με αποτέλεσμα να βιώσει συγκλονιστικά τη μεγάλη πράξη του 21 και να εκφράσει τον ηθικοπνευματικό της δυναμισμό με την ανασύνθεση του πυρακτωμένου υλικού της και την αναγωγή της στον ιδανικό κόσμο της τέχνης, ταυτίζοντας την με την απόλυτη ιδέα, όπου ξάνοιγε το φόντο της Εγελιανής φιλοσοφίας, που ταίριαζε στην ψυχοσύνθεσή του. Ιδίως ο Σολωμός μελέτησε κείμενα από την "Αισθητική" του Έγελου μεταφρασμένα από τον Πολυλά, όπου υπάρχει η άποψη του Έγελου σχετικά με το ρόλο της ποιήσεως, που είναι "η τέλεια έκφραση του Πνεύματος". Για την επική δε ποίηση σημειώνει ότι δεν είναι παρά η "έκφραση της εθνικής ζωής", προς τη οποία προσανατολίστηκε ο Σολωμός.
   'Έτσι κερδίζει το 21 το υψηλό του νόημα και πραγματώνεται μέσα στην ποίηση. Ο ποιητής το άγγιξε εσωτερικά, το ένιωσε σα θαύμα και το περιέβαλε με τη μαγεία του ποιητικού λόγου. Ενός λόγου βαθύτατα λυρικού με διαύγεια και μουσικότητα ανυπέρβλητη, όπου δεν υπάρχουν νεφελώματα και φραστικά πυροτεχνήματα. Γιατί η λέξη, που αναβρύζει απ' την καρδιά, πλούσια κι ολόζεστη, συνυφαίνεται με τα λογικά στοιχεία, πράγμα που μας δίνει την αίσθηση του κλασσικού, όχι μόνο από την άποψη της μορφής αλλά και του περιεχομένου με την σύζευξη της ιδέας του Ωραίου και του Αγαθού.
   Ο Σολωμός εκφράζει ποιητικά και δικαιώνει ηθικά τον Αγώνα. Η ιδέα της Πατρίδας αποθεώνεται μέσα στο έργο του, που δεν είναι παρά άμεσος ή έμμεσος αντίλαλος της Επαναστάσεως. Η Επανάσταση στραφτάλισε στο πνεύμα του, τον έβγαλε από το εγώ του και η ιδέα της ελευθερίας κυριάρχησε στο έργο του.
   Το οποίο μας δίνει την ουσία των γεγονότων από παλλόμενη ζωντάνια, δημιουργεί την ψυχική δόνηση, ανοίγει ορίζοντες και επιτρέπει τη "μέθεξη" και τη βαθύτερη σύλληψη του νοήματός των.
   Σε ότι έγραψε από τον "Ύμνον εις την Ελευθερίαν" μέχρι το "CARMEN SECULARE", αλλά ιδίως στα έργα της ωριμότητάς του, τα φλογισμένα περιστατικά του 21, καθώς ενορχηστρώνονται από  το Μονάρχη - Νου, μεταβάλλονται σε πνευματικά και αισθητικά ισοδύναμα, δηλαδή σε Τέχνη.
   Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, "το άσμα ασμάτων της ποιητικής εμπνεύσεως" κατά τον Τερτσέτη, σημαδεύει τη μεγάλη περίοδο της ποιήσεως του, που γεμίζει από τη βουή του 21 και αφιερώνεται στην ιδέα της Πατρίδας. Δηλώνει μ' αυτόν τον τρόπο την παρουσία του ο 25ετής ποιητής στον τιτάνιο αγώνα της φυλής του με το τραγούδι του, την τίμια πράξη της ζωής  του, που δεν έχει μόνο δοξαστικό, αλλά και παιδαγωγικό, "πολιτικό" χαρακτήρα, μια και ένιωσε βαρύ το χρέος της διανοήσεως και της τέχνης μπροστά στο ξέσπασμα των ηθικών και πνευματικών δυνάμεων του Έθνους. Συγκλονίζεται από το σεισμό του 21 και αναγαλλιάζει η ψυχή του καθώς τον αγγίζει  η θεία πνοή της Ελευθερίας.  Η συγκίνηση, που διερμηνεύει, είναι ατομική και εθνική μαζί και η φιλοδοξία του τον ωθεί σε παραλληλισμό  προς τον Πίνδαρο:
Εις τα χόρτα, εις τα λουλούδια
το ποτήρι δεν βαστώ
φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.
   Αν όμως το αρματωμένο έθνος άνοιξε το δρόμο της Ελευθερίας, τα "έμμουσα νιάτα" του με κορυφαίο το Σολωμό, εγκαινιάζουν τα νέα μας γράμματα και δημιουργούν τη μεγάλη ποίηση.
   Ο "Ύμνος" του Σολωμού τυπώθηκε το 1825 στο Μεσολόγγι και καθώς παρατηρεί ο Πολυλάς "ο γενικός ενθουσιασμός του Έθνους εδέχθη το σοφό και αρμονικώτατον άσμα". Βέβαια μοιάζει αυθόρμητο λυρικό ανάβρυσμα, ξεχείλισμα ψυχής και είναι ένα άνισο νεανικό έργο με ρητορικότητα στην έκφραση και αμετουσίωτο υλικό σε πολλά σημεία. Αλλά από τα πρώτα κιόλας βήματα γίνεται άμεσα αισθητό το ποιητικό μέγεθος του Σολωμού και συναπαντούμε στον "Ύμνο" άφθαστους σε ποιότητα στίχους με την ελευθερία θεοποιημένη μέσα σε υπερκόσμιο φως:
Α! Το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρόθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.

Λάμψην έχει όλη φλογώδη
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός.
Φως το χέρι, φως το πόδι,
κι όλα γύρω σου είναι φως.

   Το χρόνο που έγραψε τον  Ύμνο, άρχισε τη σύνθεση του " Διαλόγου ", που τον ετελείωσε τους πρώτους μήνες του 1825. Πρόκειται για ένα πεζό κείμενο σε μορφή διαλόγου ( Ποιητής - Φίλος - Σοφολογιότατος), σύμφωνα με τη μόδα της εποχής, που εγκαινιάζει τον κριτικό λόγο στην Ελλάδα. Ο Διάλογος εκφράζει τις γλωσσικές ιδέες του Σολωμού, ολοκληρωμένες σε θεωρία. Ο νέος Σολωμός με ζωντανό και απόλυτο τρόπο υπερασπίζεται τη γλώσσα του λαού και ζητεί την καθιέρωσή της ως εθνικής μας γλώσσας. Αναγνωρίζει τη λαϊκή γλώσσα σαν το μοναδικό εθνικό εκφραστικό όργανο και τη θεωρεί μαζί με την ελευθερία: "Μήγαρις, γράφει, έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;", βάθρο της εθνικής μας ζωής και προϋπόθεση πνευματικής και πολιτιστικής αναπτύξεως. Ο Διάλογος, έργο πολυμάθειας του Σολωμού, αντανακλά τα επιχειρήματα του πρώιμου δημοτικισμού και του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και στρέφεται εναντίον των αρχαϊστών, αλλά και του Κοραή της "μέσης οδού", δηλαδή της καθαρεύουσας.
   Οι αλήθειες, που κήρυξε ο Σολωμός στο Διάλογο, δεν βρήκαν την απήχηση, που θα περίμενε κανείς, αν εξαιρέσουμε βέβαια την επτανησιακή σχολή, στη νεοελληνική πνευματική ζωή. Στην μετεπαναστατική Ελλάδα κυριάρχησαν οι Φαναριώτες, οι οποίοι με το στόμα του Α. Σούτσου μίλησαν έτσι για το Σολωμό και τον Κάλβο:
Ο Κάλβος και ο Σολωμός ωδοποιοί μεγάλοι
κι οι δυο παρημέλησαν της γλώσσης μας τα κάλλη
αλλά ιδέαι πλούσιαι πτωχά ενδεδυμέναι
δεν είναι δι' αιώνιον ζωήν προωρισμέναι...

Το γλωσσικό πρόβλημα, που έθεσε ο Σολωμός στο Διάλογο, κράτησε σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια διχασμένους τους Έλληνες:
- Γνωρίζεις τα ελληνικά, κύριε; ρώτησε ο Σοφολογιώτατος τον ποιητή.
-Γνωρίζεις τους Έλληνας, κύριε; Τους γνωρίζεις; Τους εσπούδαξες από μικρός; ρώτησε με τη σειρά του ο ποιητής και απάντηση δεν έλαβε.
   Καθώς προχωρεί ο Διάλογος, πάνω σ' ένα απόσπασμα του Πλάτωνος, ο Σοφολογιώτατος αναφωνεί:
-Ευμορφότατα λόγια!
 Και ο ποιητής του απαντά: Ευμορφότατο νόημα!
  Στο σημείο αυτό, πέρα από το καθαρά γλωσσικό και αισθητικό πρόβλημα, ανιχνεύομε μια εθνική υποθήκη, μια και το διαφορετικό πνεύμα, που αντιπροσωπεύουν δυο αντίθετοι στο χώρο της παιδείας, αλλά και της κοινωνικής και εθνικής μας ζωής κόσμοι, οι δημοτικιστές και οι καθαρευουσιάνοι , ταλάνισε το νέο ελληνισμό και αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα στην πορεία του. Αλλά η ιδιομορφία του ελληνικού πολιτιστικού χώρου, οι εθνικές περιπέτειες και οι διεθνείς συγκυρίες δεν επέτρεψαν ούτε τη λύση π.χ. της Ιταλίας (όπως και των άλλων ευρωπαϊκών λαών), στο γλωσσικό πρόβλημα, που απομακρύνθηκε από τη Λατινική, ούτε την πρόσφατη λύση του Ισραήλ, που επέστρεψε στη γλώσσα των Αγίων Γραφών, την αρχαία εβραϊκή. Με αποτέλεσμα ως τις μέρες μας να δοκιμάζεται το έθνος μας από αυτή τη διαφωνία. Η πρόοδος όμως, που σημειώθηκε στο ζήτημα αυτό, μας επέτρεψε να προσεγγίσουμε πέρα από οποιουσδήποτε φανατισμούς και σκοπιμότητες, στη σωστή λύση, που είναι η αναγνώριση της δημοτικής σαν εθνικής μας γλώσσας. Αλλά πάνω στις γλωσσικές θέσεις του Σολωμού πολύ ενδιαφέροντα είναι όσα γράφει ο Ν. Τωμαδάκης:
"Αι θέσεις του ποιητού ότι η γλώσσα δεν εξευγενίζεται παρά δια της κυρώσεως την οποίαν δίδει η χρήσις των συγγραφέων` ότι αι διάλεκτοι δεν καθιστούν αδύνατον την συνεννόησιν των Ελλήνων` ότι δεν είναι η ορθογραφία (και δη ο τονισμός και τα πνεύματα) τα οποία έδωσαν αξίαν εις τα έργα των αρχαίων ` ότι δεν πρέπει να προσαρμόζωμεν  τας δημώδεις λέξεις προς το αρχαϊκόν τυπικόν κατά Κοραήν` ότι δυνάμεθα να χρησιμοποιώμεν το λεκτικόν της αρχαίας, προσαρμόζοντες αυτό προς τους νόμους της νέας Ελληνικής` ότι ο συγγραφεύς δεν απομιμείται την λαϊκήν γλώσσαν, αλλά διαμορφώνει την ιδικήν του επί τη βάσει αυτής, την οποίαν - αν είναι άξιος - κυριεύει, ουδένα συντηρητικόν εις το γλωσσικό ζήτημα ή γλωσσολόγον, ουδένα σοφολογιώτατον σημερινόν δηλαδή, θα εσκανδάλιζον".
***
   Νεανικό έργο του Σολωμού είναι και ο "Λάμπρος", ποίημα βυρωνικής εμπνεύσεως (1826-1834). Την υπόθεση του "Λάμπρου", "υπόθεση μελοδράματος", που έμεινε απόσπασμα, μας την έδωσε ο Πολυλάς. Με το "Λάμπρο", ποίημα αδύνατο, πλήρωσε ο Σολωμός το φόρο στην εποχή του, σύμφωνα με το Γ. Αποστολάκη (Η ποίηση στη ζωή μας, Β' έκδοση, Βιβλ. Εστίας, σ. 209). Στο "Λάμπρο", που ένα του απόσπασμα, το υπ' αριθ. XXV, τη Δέηση της Μαρίας και το Όραμα του Λάμπρου, δημοσίευσε ο ίδιος ο ποιητής το 1834 στην "Ιόνιο Ανθολογία" της Κέρκυρας, προσπάθησε ο Σολωμός να μας δώσει τη σύγκρουση των ανθρωπίνων παθών με τον ηθικό νόμο, κατά ρομαντικό τρόπο, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα θρησκευτική και πατριωτική, αλλά και τραγικού μεγαλείου.
   Όσο βέβαια και αν ο Σολωμός δεν έμεινε ικανοποιημένος από το "Λάμπρο", είναι γεγονός ωστόσο, ότι το έργο αυτό σημαδεύει τη μεταβατική περίοδο και δείχνει την πορεία του προς την ωριμότητα, μια και άστραψε μέσα στην ψυχή του " το νόημα της τέχνης". Οι  11σύλλαβοι στίχοι και οι οχτάβες, (εκτός από την "Τρελή Μάνα" και "Τα δυο αδέλφια", παλαιότερα ποιήματα, σε σύντομα μέτρα, συσσωματωμένα στο "Λάμπρο"), έξοχα σχεδιασμένοι, με ρυθμικό περπάτημα και τεχνική τελειότητα, δείχνουν τις γλωσσικές κατακτήσεις του Σολωμού, την αρτιωμένη έκφραση, τον πλούτο των εικόνων και τη δύναμη της φαντασίας του. Το βλέπουμε ήδη καθαρά, πως προσεγγίζομε στην τεχνική του: "είδος μιχτό, αλλά νόμιμο", όπου εξισορροπείται η ρομαντική έμπνευση με τα κλασσικότροπα στοιχεία:
Και προβαίνει η Μαρία λίγη να πάρη
δροσιά στα σωθικά τα μαραμένα`
είναι νύκτα γλυκιά, και το φεγγάρι
δε βγαίνει να σκεπάση άστρο κανένα`
περίσσια, μύρια, σ' όλη τους τη χάρη,
λάμπουν άλλα μονάχα, άλλα δεμένα`
κάνουν και κείνα Ανάσταση που πέφτει
του ολόστρωτου πελάου μες στον καθρέφτη.

***
     Αλλά και ο "Κρητικός", 1833, που εγκαινιάζει την περίοδο των μεγάλων έργων του Σολωμού, απόσπασμα έμεινε. Το ωρίμασμα της ποιητικής τέχνης του Σολωμού, επιτυγχάνεται καθώς ο ποιητής απομακρύνεται από τους νόμους της ιταλικής στιχουργίας, δουλεύει το 15σύλλαβο και μελετά συστηματικά την κρητική ποίηση και τα δημοτικά τραγούδια. Στον "Κρητικό" του ο Σολωμός προχώρησε πέρα από το δημοτικό τραγούδι και τον Ερωτόκριτο, που τον επηρέασαν, κι ανέδειξε την ανώτερη ποιητική του ευαισθησία στην προσωπική τεχνοσύνθεση του στίχου, στη μελωδικότητα του ρυθμού και στη τελειότητα του δεκαπεντασύλλαβου, απ' όπου αναδύονται αιθέριοι λυρικοί στοχασμοί και μυστικοί απόκοσμοι τόνοι:
Εκοίταξε τα ουράνια, κ' εκείνα αναγαλλιάσαν,
και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν`
κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνη,
κυπαρισσένιο ανάερα τ' ανάστημα σηκώνει,
κι ανεί τς αγκάλες μ' έρωτα και με ταπεινοσύνη,
κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.
Τότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει,
κ' η χτίσις έγινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει.
.................................................................................
Έλεγα πως την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,
κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου
καν τ' όνειρο, όταν μ' έθρεφε το γάλα της μητρός μου
ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη,
που ομπρός μου τώρα μ' όλη της τη δύναμη προβαίνει.

   Ο Κρητικός, σύμβολο ανδρείας και ηθικού μεγαλείου, είναι, κατά τον Αποστολάκη, ανταύγεια της ψυχής του Σολωμού... Τον εξαγίασε, τον εξευγένισε, τον έπλασε ποιητή. Υψώθηκε από το Σολωμό σε ιδανική σφαίρα, πέρασε το κατώφλι του αιώνιου, ξανοίγεται στο μεταφυσικό χώρο, οραματίζεται τη Δευτέρα Παρουσία:
Καπνός δε μένει απο τη γη - νιος ουρανός εγίνει`
σαν πρώτα εγώ την αγαπώ και θα κριθώ μ' εκείνη.
   Ο Σολωμός διαγράφει με τον Κρητικό του το οντολογικό περίγραμμα της ανθρώπινης υπάρξεως, που τοποθετείται στον ιδεατό ωραιολατρικό χώρο, στο χώρο του απόλυτου, ουράνιου κάλλους και παίρνει αγγελική μορφή.
   Αλλά και η Φεγγαροντυμένη είναι ένα αιθέριο ποιητικό πλάσμα, που έχει κάτι από το "κρυφό μυστήριο" της μεγάλης, της εξαγνιστικής ποίησης του Σολωμού. Κατά τον Αποστολάκη, που ανέλυσε τον Κρητικό στα βιβλία του " Η ποίηση στη ζωή μας" και "Τα τραγούδια μας", η Φεγγαροντυμένη ζωντανεύει και παρασταίνει την ομορφιά της Ζωής και της Φύσης, που αντιχτύπησε εκείνη τη στιγμή στο νου του Κρητικού. Αντίθετα ο ελληνιστής Α. Χόρβατ στο έργο του: Σολωμός εκδ. Κασιγόνη, Περ.Έρευνα, Αλεξάνδρεια 1935, σ. 16, υποστηρίζει ότι στη μορφή της Φεγγαροντυμένης ενσαρκώνονται καθαρά πλατωνικές ιδέες. Πέρα όμως από την άποψη αυτή και από τη σωστή παρατήρηση του Χόρβατ (σ. 23), ότι ο ιδεαλισμός του Σολωμού "ως προς τον έρωτα καθρεφτίζεται στις γυναικείες μορφές των έργων του", καθώς και την άποψη του Μ. Σιγούρου (ο.π), ότι "η γυναίκα ήταν μεσ' το άγιο βήμα της ψυχής του ένα κρυφό ίνδαλμα, ένας όμορφος κόσμος ηθικός, αγγελικά πλασμένος", νομίζομε πως η Φεγγαροντυμένη, που τη βρίσκομε και στο Γ' Σχεδίασμα (Απόσπασμα VI) των Ελευθέρων Πολιορκημένων, έχει αναλογίες με την Ελευθερία του Ύμνου, την όλη λάμψη φλογώδη, δηλαδή με μια υπερκόσμια, θεία οπτασία, που ταυτίζεται με την ιδεατή, την αθάνατη Ελλάδα του Ι. Αποσπάσματος (Γ' Σχεδίασμα).
***
   Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι είναι το πιο αντιπροσωπευτικό ποίημα, έργο ζωής, του Σολωμού. Στους Ελεύθερους Πολιορκημένους "έπρεπε, όπως αναφέρει ο Πολυλάς, να φανή ακέραιος ο άνθρωπος, το ύψος της ψυχής, και εν ταυτώ τα φυσικά αισθήματα εις όλη τους τη σφοδρότητα. Αυτό το σέβας προς όλα τα ιδιώματα του θείου πλάσματος, ανάγκαζε τον ποιητή να μη θυσιάζει κανένα από αυτά, αλλά να τα θέσει όλα εις μίαν αρμονικήν ισοζυγία` να παραστήσει πλαστικώς τα παντοειδή ανθρώπινα ορμήματα, αισθήματα, φρονήματα και πάθη` τον έρωτα, την μητρικήν αγάπη, τον ενθουσιασμό της δόξας, την φιλοζωία, τον έρωτα προς τα κάλλη της φύσης, την ώρα οπού θανάτου σκιά τα σκεπάζει των αγωνιζομένων` και σύγχρονα να δείξει την υπεροχή του πνεύματος ομπροστά εις όλα τα εξωτερικά ενάντια".
   Αλλά και οι σημειώσεις του ίδιου του ποιητή, οι περίφημοι στοχασμοί του, που αναφέρονται στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, δίνουν το μέτρο της νέας ποιητικής τροπικής του Σολωμού, της νέας του αισθητικής κατάκτησης κυριαρχημένης από την ιδέα, ότι αισθήματα και πάθη πρέπει να υποτάσσονται στο "νόημα της τέχνης". Την ώριμη φάση της ποιητικής πορείας του Σολωμού, τη συναντούμε στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, που αποτελούν το αποκορύφωμα και το καταστάλαγμα του έργου του. Ήδη έχει αρχίσει να βαδίζει προς την καθαρότητα, την τελειότητα της μορφής σε συνάρτηση με το υψηλό περιεχόμενο και τις ενσαρκωμένες, τις προσωποποιημένες ιδέες της ελευθερίας και της πατρίδας. Καταφέρνει τη συναίρεση των μουσικών και πλαστικών στοιχείων του λόγου, και φθάνει στην καλλιτεχνική αποκρυστάλλωση και στην τέλεια έκφραση μετουσιώνοντας αισθητικά τις ιδέες και πραγματώνοντας την ιδανική ποιητική σύνθεση. Να πως ο ίδιος ο Σολωμός εμφανίζει τη νέα του ποιητική τροπική, την τάση του προς  το απόλυτο της ποιητικής τέχνης, πράγμα που "δεν έγινε ποτέ αρκετά καλά": "Εφάρμοσε εις την πνευματικήν μορφή την ιστορία του φυτού, το οποίον αρχινάει από το σπόρο και γυρίζει εις αυτόν". Και παρακάτω σημειώνει:
   "Όλο το ποίημα ας εκφράζη το Νόημα, ωσάν ένας αυτοϋπαρχτος κόσμος, μαθηματικά βαθμολογημένος, πλούσιος και βαθύς...Εις το ποίημα του Χρέους μακρινή πρέπει  να είναι η φριχτή αγωνία μέσα εις την δυστυχία και εις τους πόνους, όπως εκείθε φανερωθή απείραχτη και άγια η διανοητική και ηθική παράδεισος".
   Βέβαια με αυτά τα αισθητικά αιτήματα, που έθεσε ο Σολωμός, δεν ήταν δυνατό να μη μείνει το ποίημα των Ελεύθερων Πολιορκημένων  αποσπασματικό. Στο έργο του αυτό ανιχνεύομε την ανοδική πορεία του Σολωμού στις κορφές του καθάριου λυρισμού, όπως φανερώνεται στα δυο τελευταία Σχεδιάσματα. Στο πρώτο βέβαια ακολουθεί την παλαιά γνώριμη τεχνική της ιταλικής στιχουργίας που δεν ταίριαζε στο ύψος και τη σοβαρότητα του θέματός του:
Το χάραμα επήρα
του Ήλιου το δρόμο,
κρεμώντας τη λύρα
τη δίκαιη στον ώμο,-
κι' απ΄ όπου χαράζει
ως όπου βυθά.
   Το Β' Σχεδίασμα, που αρχίζει ταυτόχρονα με τον Κρητικό, δείχνει την προχωρημένη τεχνική του Σολωμού, που έχει προσωπικώτερο χαρακτήρα, στηριγμένη στην εθνική παράδοση, την οποία οικειώθηκε πιο πολύ στην ωριμότητά του. Όσο όμως κι αν προχώρησε στην κατάκτηση μιας ανώτερης θεωρίας και πρακτικής στην περιοχή της ποιητικής  τέχνης, έμεινε πάντα ανικανοποίητος. Να τι γράφει ήδη το 1830 στον Τερτσέτη: "Πόσο χαίρομαι που δε σε βασανίζει ο στοχασμός κανενός  ν έ ο υ   ε ί δ ο υ ς. Έ, καημένοι εμείς! Αν η φύση θελήση, η δουλειά θα πάη καλά' αν όχι, όσο κι αν αλλάξη δρόμο κανείς, δε θ' αλλάξη παρά τρόπο παραδαρμού".
   Στο Β' Σχεδίασμα είναι εμφανής η επίδραση του Ερωτόκριτου και δημοτικού τραγουδιού. Ο ποιητής χρησιμοποιεί επίσης το ομοιοκατάληκτο 15σύλλαβο στίχο, με περισσότερη όμως αρμονία και αρρενωπότητα, αναζητώντας το βαθύτερο νόημα της δημοτικής ποιήσεως και κατακτώντας νέους εκφραστικούς τρόπους.
   Αλλά θα πρέπει να περάσουμε στο Γ' Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων για να συναντήσουμε το "νέο είδος" στην τεχνοσύνθεση του στίχου. Πρόκειται για την καθαρά προσωπική ποίηση του Σολωμού, που τείνει να γίνει αντικειμενική, πέρα από κάθε επίδραση της κρητικής λογοτεχνίας, χωρίς πια την ομοιοκαταληξία, με καταξιωμένη την εθνική παράδοση, έσχατη αξιοποίηση των εκφραστικών δυνατοτήτων της δημοτικής γλώσσας και ύψωση της τέχνης του στο χώρο του ανέφικτου και του απόλυτου. Γι' αυτό και το Γ' Σχεδίασμα "παραμένει κάτι το αξεπέραστο για τον ίδιο το Σολωμό".
   Από το Γ' Σχεδίασμα είναι "Ο Πειρασμός". Πρόκειται για στίχους πρωτάκουστους στην ελληνική ποίηση, με τον αδρό κι ηρωικό στοιχείο του δεκαπεντασύλλαβου, υψωμένου όμως κατακόρυφα στο χώρο της προσωπικής δημιουργίας, που έχουν το ρυθμό του λεβέντικου χορού, του τσάμικου. Να η αποθέωση της ομορφιάς της άνοιξης:
  Έστησ' ο Έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
και μες στη σκιά που φούντωσε και κλεί δροσιές και μόσχους
ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ' αναβρύζει κι η ζωή σ' γη, σ' ουρανό, σε κύμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π' ακίνητο 'ναι κι άσπρο,
ακίνητ' όπου κι αν ιδής, και κάτασπρ' ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον  έπαιξ' η πεταλούδα,
που 'χ' ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Αλαφροϊσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι 'δες'
νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ' όσο καν' η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο π΄ασπρίζει μες τη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
κι όμορφη βγαίνει κορασιά  ντυμένη με το φως του.

***
Στους "Ελεύθερους Πολιορκημένους", που άρχισε να τους σχεδιάζει μαζί με τη "Γυναίκα της  Ζάκυθος" (1826),καθώς αντικτύπησε στην αισθαντική του ψυχή το περιφερόμενο πάθος του Μεσολογγίου, αυτή η πολυθρήνητη τραγωδία, θέλησε να ενσαρκώσει τις "Μεγάλες Ουσίες", που νοηματοδοτούν τη ζωή μας, με τρόπο συμβολικό και δραματικό, αντικρύζοντας το οντολογικό πρόβλημα του ανθρώπου σε διαλεκτική σχέση με τη φύση, την ελευθερία, αλλά και το θάνατο, κάτω από το πρίσμα του6 αιώνιου και του πνευματικού.
   Κατά τον Γ. Αποστολάκη (Η Ποίηση στη ζωή μας, σ. 261), "οι "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι" στο βάθος δείχνονται υπέρτατη έκφραση του πόθου του ποιητή για τη λευτεριά και, για να μην αλλάξουμε τα λόγια μας, οι "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι" είναι η μορφή του ανθρώπου, καθώς τη γέννησε η λαχτάρα του Σολωμού να πλησιάση τους ηρωικούς αγωνιστές του Μεσολογγιού και να γίνη ένα μαζί τους". Και παρακάτω (σ. 262) σημειώνει:
   "Οι "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι" είναι ο υψηλός ύμνος στο ανεχτίμητο καλό του ανθρώπου, στη θέληση. Εκεί μέσα ο Σολωμός μας φανέρωσε το τρομερό μυστικό της: θέληση σημαίνει χρέος' θέλει μόνο εκείνο ο άνθρωπος, που είναι πρόθυμος να πάθει' τη στιγμή που ελαττωθεί η προθυμία του, αδυνατίζει κ' η θέλησή του".
   Ό,τι λοιπόν ουσιαστικώτερο έχει ο άνθρωπος, την ψυχή του, τη βαθειά του πίστη σε ανώτερα ιδανικά της ζωής δεν μπορεί ούτε ο θάνατος να τ' αφαιρέσει. Γι' αυτό, όταν οι πολιορκημένοι  βρίσκονται κοντά στη μεγάλη τους θυσία μουρμουρίζοντας "Μνήσθητι, Κύριε, είναι κοντά. Μνήσθητι, Κύριε, εφάνη!" εξαγνίζεται η ψυχή τους, ζουν την αληθινώτερη ζωή και υψώνονται, κατά τον Αποστολάκη, στη θέση των αγίων του έθνους. Πράγματι ο Σολωμός με το τραγούδι του "άγιασε τους αγωνιστές στην ψυχή μας"( σ. 269). Γιατί οι αγωνιστές στην υπέρτατη στιγμή της εξόδου αποδεσμεύονται από τα δεσμά του φυσικού κόσμου και κινούνται στο θεϊκό χώρο της απόλυτης ελευθερίας, πέρα όχι μόνο από τους πολιορκητές τους, αλλά και από το θάνατο.
   Ο ίδιος άλλωστε ο Σολωμός μας βοηθεί με τους στοχασμούς του στη σύλληψη του σχεδίου της ενότητας των "Ελεύθερων Πολιορκημένων", μια σύλληψη κλασσική των μορφών  με εναρμόνιση εσωτερικής και εξωτερικής ζωής, με ταύτιση του ατομικού προς το καθολικό και ανταπόκριση του διαμορφωμένου ήθους σ' ένα πνευματικό κέντρο του ηθικού ιδεαλισμού: "...Όλοι οι ανθρώπινοι δεσμοί... ριζωμένοι εις τη γη, και με αυτούς ο ενθουσιασμός της δόξας-τους αρπάζεται η γη και τοιουτοτρόπως αναγκάζονται να ξεσκεπάσουν εις τα βάθη της την αγιωσύνη της ψυχής τους.  Εις τον πάτο της εικόνας πάντα η Ελλάδα και το μέλλον της". Και παρακάτω: "Κάμε ώστε ο μικρός κύκλος, μέσα εις τον οποίον κινιέται η πολιορκημένη πόλι, να ξεσκεπάζη... τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδας, για την υλική θέσι... και για την ηθική θέσι τα μεγαλύτερα συμφέροντα της ανθρωπότητος. Τοιουτοτρόπως η υπόθεση δένεται με το παγκόσμιο σύστημα".
    Όλες οι εμπειρίες του ποιητή από την πολιορκία του Μεσολογγίου και την έξοδο βρίσκονται στους Ελεύθερους  Πολιορκημένους, όπου η υψηλή τέχνη του μας επιτρέπει να κοινωνήσουμε με την τραγική πράξη των ηρώων και να μνημειώσουμε μέσα μας την αθάνατη θυσία τους. Μέσα στο ποίημα του Χρέους -αυτός ήταν ο αρχικός τίτλος- η ανθρώπινη ψυχή βρίσκεται σε δεινή εσωτερική κι εξωτερική πάλη. Παλεύουν οι ήρωες με τον εχθρό, με την πείνα αλλά και με τις φυσικές δυνάμεις, με το κάλεσμα της ζωής, με τους λογής πειρασμούς, που αντιμάχονται τη θέλησή τους. Πολυεδρικώτερη σύλληψη της συγκρούσεως ανάμεσα στο βιολογικό και στο πνευματικό μέρος της ζωής, δε γίνεται να υπάρξει. Από το ένα μέρος το φυσικό περιβάλλον και το "μέγα αγαθό και πρώτο" της ζωής υψώνονται στο χώρο της απόλυτης ομορφιάς και από το άλλο μέρος τα ηθικοπνευματικά αγαθά προβάλλουν ακαταμάχητα. Ο Σολωμός στους "Ελεύθερους Πολιορκημένους" διεισδύει ως τα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής και  ξεσκεπάζει το μεγαλείο της. Γράφει στο Β' Σχεδίασμα:
                 Οι ήρωες είναι ενωμένοι και, μέσα τους, λόγια λένε
                για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει'
                στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνονται οι στοχασμοί τους'
               τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
               Αγάπη κ' έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν'
               Τα σπλάχνα τους κ' η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν'
               γλυκιά κ' ελεύθερ' η ψυχή σα να 'τανε βγαλμένη,
              κ' ύψωναν με χαμόγελο την όψι τη φθαρμένη.

   Μέσα από το αντάριασμα των παθών οι ήρωες που έκλεισαν στην ψυχή τους τη Ελλάδα, υψώνονται στο χώρο της θυσίας και εξαγιάζονται, όπως οι μάρτυρες της πίστεως. Η νίκη του ηθικού κόσμου είναι γεγονός. Θριαμβεύει η ιδέα του χρέους με τη θυσία ισόποσο βίωμα, και η ηθική ελευθερία βεβαιώνεται με την αγωνιζόμενη αρετή, το αληθινώτερο γνώρισμα της αξιοπρέπειας του ανθρώπου:
                             Είν' έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων
                             δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κ' ελεύθεροι να μείνουν:
                             Εκείθε με του αδελφούς , εδώθε με το χάρο.-
   Αλλά και το δράμα των γυναικών, που βρίσκονται σε ισοζυγία με τους άνδρες, μολονότι είναι δεμένες περισσότερο με τα πρακτικά θέματα, και με τη ζωή, εμφανίζεται σ' όλη του την ένταση. Γι' αυτό ο Σολωμός σημειώνει: Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ' όνομά τους μνέω. Στους "Ελεύθερους Πολιορκημένους" συγκεκριμένα το πάθος των κλιμακώνεται από δοκιμασία σε δοκιμασία ("ως και το αεράκι μας πολεμάει", λέει μια γυναίκα) και αφού περάσουν από τη γύμναση στη στέρηση και την υπομονή:
            Μεγάλο πράμμα η υπομονή...                                                                                                                                          
            Αχ! μας την έπεμψε ο Θεός' κλεί θησαυρούς κ΄εκείνη.
καταφέρνουν να νικήσουν τη φύση τους και να κόψουν τις γέφυρες με τη ζωή:
            Έρμα 'ν' τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα.
   Και προχωρούν από αναβασμό σε αναβασμό στην κατάκτηση της εσωτερικής ελευθερίας και υψώνονται με δύναμη (μολονότι " η δύναμη δεν είν' σ' αυτές ίσια με τ' άλλα δώρα"), ύστερα από ψυχική προετοιμασία, μαζί με τους άνδρες, στο κέντρο της θυσίας;
            Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες ανδρογυναίκες
            γύρου στη φλόγα π' άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
            μ' αγαπημένα πράματα, και με σεμνά κρεββάτια,
            ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ'
            και 'γγιζ' η σπίθα τα μαλλιά και τα λυωμένα ρούχα'
            γρήγορα, στάχτη, να φανής, οι φούχτες να γιομίσουν.
  Στους "Ελεύθερους Πολιορκημένους", που "ακουμπούν σ' ένα εξωτερικό περιστατικό", εκφράζεται η κοσμοθεωρία η βιοθεωρία του ποιητή. Όλο το βάθος και το πνευματικό νόημα της ανθρώπινης ζωής το συναντούμε στο ποίημα αυτό, όπου ενσαρκώνεται, κατά τα λόγια του Σολωμού, " το ουσιαστικώτερο και υψηλότερο περιεχόμενο της αληθινής ανθρώπινης φύσης, η Πατρίδα και η Πίστις". Οι αιώνιες συγκινήσεις του ανθρώπου, τα μεγάλα πάθη, όλοι οι ανθρώπινοι δεσμοί δένονται σε μια υψηλονόητη ποίηση, με κλασσική ισορροπία, όπου γοητεύει η δύναμη των λυρικών εικόνων και η αρμονία των ήχων. Η ζωή προβάλλει, σ' όλη της τη δόξα και την τραγική της ουσία, σαν αγώνισμα ελευθερίας. Μιας ελευθερίας που παίρνει στις μεταφυσικές της προεκτάσεις το χαρακτήρα της πάλης του καλού και του κακού, τοποθετημένης όμως από το Σολωμό "από τη μεταφυσική στη φυσική" , στη ζωντανή πραγματικότητα.
***
   Ενώ όμως στους "Ελεύθερους Πολιορκημένους" εκφράζεται ο θρίαμβος του καλού, στη "Γυναίκα της  Ζάκυθος" (1826-1829), αυτό το ισοδύναμο ποιητικό πεζογράφημα, δοσμένο με βιβλική απλότητα και μεγαλοπρέπεια, εκφράζονται αντιθετικά, οι δαιμονιακές δυνάμεις του κακού, οι "αντιπνευματικές" δυνάμεις.
   Πρόκειται μάλλον για σάτιρα ωρισμένων αριστοκρατικών κύκλων της Ζακύνθου για τη συμπεριφορά τους προς τις Μεσολογγίτισσες. Για το βαθύτερο νόημα του έργου διατυπώθηκαν διάφορες απόψεις. Κατά τον Κ. Καιροφύλα, η "Γυναίκα της Ζάκυθος" συμβολίζει την αγγλική εξουσία' "μητρυιάν κακήν, μισούσαν την μητέρα Ελλάδα και βασανίζουσαν την κόρην Εφτάνησον". Ο Π. Καραβίας αποκρούει αυτή τη γνώμη και μιλάει για "οιδιπόδειο σύμπλεγμα" του Σολωμού απέναντι στη μητέρα του. Δεν αποκλείεται βέβαια η σάτιρα του Σολωμού να αφορά ωρισμένο πρόσωπο. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον ποιητή να υψωθεί σε καθολικώτερη θεώρηση των πραγμάτων παρουσιάζοντας, στην αρχή κιόλας του έργου του, το Διονύσιο τον Ιερομόναχο κοντά στο πηγάδι κι ακουμπησμένο στο φιλιατρό, να αναρωτιέται: "Και οι δίκαιοι κατά τη Θεία Γραφή πόσοι είναι;". Από τη "Γυναίκα της Ζάκυθος" (το έργο ολόκληρο εδημοσίευσε ο Κ. Καιροφύλας: Δ.Σολωμού ανέκδοτα έργα, εκδόσεις Στοχαστή 1927 και αργότερα (1944) ο Λ. Πολίτης), ο Πολυλάς διέσωσε μόνο ένα απόσπασμα, όπου περιφέρονται οι Μεσολογγίτισσες " σα χορός αρχαίας τραγωδίας". Φυσικά το θέαμα συγκίνησε βαθειά το Σολωμό. Αλλά ας αφήσουμε καλύτερα τον Πολυλά να μιλήσει:
   "Εις αυτήν την εποχή (1826) ο Σολωμός έγραψε τον "Λάμπρο"... Και  τούτου του συνθέματος ηθικός ήταν ο εξωτερικός σκοπός, με μέρη όπου εικονίζεται ο εθνικός αγώνας.  Και ενώ εκαταγίνετο ο ποιητής εις αυτό, το ελληνικόν έθνος, ύστερα από αθάνατα ανδραγαθήματα, εκόντευε να καταποντισθή από τις άγριες και πολυάριθμες δυνάμεις του βαρβάρου. Ο ηρωισμός μες τα βάθη της συμφοράς, άκρος εις την πολιορκίαν του Μεσολογγιού, αντιχτυπούσε εις την ψυχήν του ποιητή μας' και βέβαια αυτός δεν ημπορούσε να είναι ο ύστερος εις το να αισθάνεται και ν' αποδείξει την συμπάθειά του προς την υψηλή πολυθρήνητη τραγωδία, οπού εξετυλίζετο  εις την εκεί αντίκρυ στερεά. Αυτή η συμπάθεια, η οποία τότες ετίμησε τόσο τα εθνικά φρονήματα του Ζακυνθινού λαού, καθώς προτήτερα κι έπειτα εδοξάσθησαν πολλά παιδιά του θυσιαζόμενα για την ελευθερία της Ελλάδας, δεν δύναμαι καλύτερα να τη μαρτυρήσω παρά με τις εξής ολίγες γραμμές σχεδιασμένες από τον ποιητή σύγχρονα με τα συμβάντα:
   1. Και εσυνέβηκε αυτές τες ημέρες οπού οι Τούρκοι επολιορκούσαν το Μεσολόγγι' και συχνά ολημερνίς, και κάποτε οληνυχτίς έτρεμε η Ζάκυνθο από το κανόνισμα το πολύ.
  2. Και κάποιες γυναίκες Μεσολογγίτισσες επερπατούσαν  τριγύρω γυρεύοντας για τους άνδρες τους, για τα παιδιά τους, για τ' αδέλφια τους, που επολεμούσανε.
  3. Και στην αρχή εντρεπότανε νάβγουνε και επροσμένανε το σκοτάδι για ν' απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες. 
  4. Και είχανε δούλους, και είχανε σε πολλές πεδιάδες γίδια, βόιδια και πρόβατα πολλά.
  5. Και ακολούθως εβιαζόντανε και εσυχνοτηράζανε από το παραθύρι τον ήλιο πότε να βασιλέψει για νάβγουνε.
  6. Αλλά όταν επερισσέψανε οι χρείες εχάσανε την εντροπή' ετρέχανε ολημερνίς.
  7. Και όταν εκουραζόντανε, εκαθόντανε στ' ακρογιάλι και συχνά ασηκώνανε το κεφάλι κι΄ακούανε, γιατί εφοβόντανε μη πέση το Μεσολόγγι.
  8. Και τες έβλεπε ο κόσμος να τρέχουνε τα τρίστρατα, τα σταυροδρόμια, τα σπίτια, τα ανώγια και τα χαμώγια, τες εκκλησίες, τα ξωκκλήσια, γυρεύοντας.
  9. Και ελαβαίνανε χρήματα, πανιά για τους λαβωμένους.
 10. Και δεν τους έλεγε κανένας το όχι, γιατί οι ρώτησες των γυναικών ήταν τες περισσότερες φορές συντροφευμένες από τες κανονιές του Μεσολογγιού, και η γη έτρεμε αποκάτου από τα πόδια μας.
 11. Και οι πλέον πάμπτωχοι εβγάνανε τ' οβολάκι τους και το δίνανε, και εκάνανε το σταυρό τους κοιτάζοντας κατά το Μεσολόγγι και κλαίοντας".
***
   Το έργο του Σολωμού, ιδίως της ωριμότητας, όπως είναι ο "Πόρφυρας", ο "Κρητικός", οι "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι", δεν ολοκληρώθηκε. Γιατί απλούστατα, καθώς ήταν καθαρόαιμη λυρική ψυχή ανηφόριζε στις κορφές του λυρισμού με αποτέλεσμα να γίνεται δύσκολο το περπάτημά του στις υπώρειες της ποιήσεως, όπου το αφηγηματικό στοιχείο χαμήλωνε τον ποιητικό τόνο ως την πεζολογία, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των επικολυρικών συνθεμάτων, που ήταν άλλωστε της μόδας στην εποχή του. Ο Σολωμός καταπιάστηκε να γράφει επικολυρικό έργο και πραγμάτωσε λυρικό. Ο λυρικός λόγος ωστόσο είναι η γνησιώτερη μορφή της ποιητικής τέχνης, η μεγάλη λαχτάρα της. Και καθώς παρατηρεί ο Πόε, με τον οποίο ο Σολωμός παρουσιάζει ομοιότητες τόσο στην ποίηση (καθαρός ποιητής ο Σολωμός- Πρόδρομος του νεώτερου λυρισμού ο Πόε), όσο και στην πεζογραφία ("Γυναίκα της Ζάκυθος" του πρώτου - εφιαλτική ατμόσφαιρα των διηγημάτων του δεύτερου) : "Πιστεύω πως ένα μικρό ποίημα είναι ανύπαρκτο. Υποστηρίζω πως η έκφραση μακρό ποίημα είναι απλώς μια αντινομία".
   Αλλά το έργο του, έτσι όπως έφτασε ως εμάς, έτσι όπως μας το παρουσίασε η κριτική οξυδέρκεια του Πολυλά, αποσπασματικό*, ερειπωμένο, είναι αυτό που μπόρεσε να μας αφήσει ο Σολωμός (τα χαμένα χειρόγραφα μάλλον είναι μύθος). Ωστόσο κι έτσι δεν χάνει την αξία του κι είναι πάντοτε ολόλαμπρη κι ολοζώντανη η παρουσία του στον εθνικό πνευματικό μας βίο. Χρόνια και χρόνια τώρα συνοδεύει τις γενιές στις υψηλότερες πνευματικές ανατάσεις, σελαγίζει στον πνευματικό ουρανό της Ελλάδος και αποτελεί μαζί με το Εικοσιένα το σημαντικώτερο φανέρωμα του νεοελληνικού πνεύματος.
*Ήδη από το 1869 σε μια επιστολή του σε φίλο του ο θαυμαστής και φίλος του Σολωμού Ν. Τομαζέο έκανε μια καίρια παρατήρηση: "Ακόμα κι αν βρεθούν όλα τα έργα, που έγραψεν  ο Διονύσιος Σολωμός, και πάλιν αποσπάσματα θα είναι".

2. Ο Σολωμός και το Εικοσιένα
"Μόλις ο Άρης ήνθησε εν Ελλάδι και η
ηδύπνους Μούσα συνήνθησε μετ' αυτού"
Κ. Παλαμάς.
   Δε γίνεται να θυμηθούμε το 21 χωρίς την πνευματική παραγωγή που προκάλεσε η μεγάλη αυτή πράξη, η προεξαγγελτική του μέλλοντος του νεώτερου Ελληνισμού, χωρίς το Διονύσιο Σολωμό.
  Βέβαια η Ιστορία φωτίζει τα γεγονότα, αλλά και η ποίηση έχει τη δική της αλήθεια, δίνει το κλίμα μιας εποχής και εκφράζει την εθνική μας ζωή εναργέστερα από την ιστορική εικονογράφηση. Πράγμα που έκαμε τον Αριστοτέλη να παρατηρήσει στην Ποιητική του τα εξής: "Διό και φιλοσοφώτερον και σπουδαιότερον ποίησις ιστορίας εστίν' η μεν γαρ ποίησις μάλλον τα καθόλου, η δ' ιστορία τα καθ' έκαστον λέγει".
  Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο ποιητής' ακριβέστερα ο εθνικός μας ποιητής, που εκφράζει ό,τι  πιο αληθινό και βαθύ έχει το Έθνος, την αυθεντικώτερη Ελλάδα. Γενάρχης της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας ο Σολωμός αντιπροσωπεύει την καλή ώρα του νεοελληνικού πολιτισμού. Κινήθηκε μέσα στην ιστορία και στην παράδοση, βυθίστηκε στις ρίζες της φυλής του, έθρεψε το πνεύμα του με ελληνικά και ξένα πνευματικά προϊόντα, ένιωσε την αξία του παρελθόντος και προσδιώρισε την πνευματική εξέλιξη του μέλλοντος. Έζησε σύρριζα στην ψυχή του το δράμα του Έθνους, εμπνεύσθηκε από το μεγαλύτερο αγώνα της φυλής, τον οποίο εξέφρασε σ' όλη του την πληρότητα και το μεγαλείο, αποκρυσταλλώνοντάς τον  λυρικά, μεταβάλλοντάς τον σε ποίηση. Μια ποίηση λιτή, γεμάτη υψηλό νόημα, αντιρρητορική, αδρή σε πυκνότητα και μουσικότητα απαράμιλλη.
***
   Το έργο του, που στο μεγαλύτερο μέρος αποτελείται από αποσπάσματα, δεν είναι μεγάλο σε ποσότητα. Σε ό, τι όμως έγραψε, ιδίως κατά την περίοδο της ωριμότητας, όταν οριστικά μπήκε στο  "νόημα της τέχνης", με αποτέλεσμα να βασανίζεται από τον δαίμονα της τελειότητας, υπάρχει - το αισθανόμαστε παντού, ακόμα και σε απομονωμένους στίχους - "καθαρή" ποίηση. Φυσικά αυτό δεν έγινε χωρίς κόπο και χρόνο. Η πορεία προς την τελειότητα και η αγωνία της κατακτήσεως  της οριστικής έκφρασης, που αποτέλεσε λαμπρό πνευματικό στίβο για τον ποιητή, είναι το μέγιστο δίδαγμα της ποιητικής τέχνης, μια αισθηματική παρακαταθήκη. Γι' αυτό και χαρακτηρίζεται "ζωντανή πηγή" για την νεώτερη ποίηση και εξακολουθεί να σπουδάζεται η μεγάλη αυτή μορφή των γραμμάτων μας, η αντιπροσωπευτική της "πνευματικής αφυπνίσεως του 'Έθνους".
   Ο Σολωμός είναι ο ποιητής, ο οποίος, για να συντελεσθεί η μαγεία του λόγου, απορρίπτει τα φθαρτά, τα αντιποιητικά στοιχεία. Με αποτέλεσμα να κερδίσει ο στίχος, καθώς καμινεύεται αναβλύζοντας από τα ψυχικά έγκατα, στερεότητα, αρτιότητα. Και συγχωνεύοντας τη λέξη με τα πράγματα καταφέρνει να εναρμονίσει την μορφή με το περιεχόμενο, σε μια σύζευξη των συναισθηματικών και των νοηματικών στοιχείων, φθάνοντας έτσι στο " μεγαλύτερο λεκτικό επίτευγμα της νεοελληνικής γλώσσας". Καθώς υπήρξε λυρική ψυχή, αλλά και εμπνευσμένος στοχαστής, προβληματίστηκε πάνω στα "καιριώτερα" και εξέφρασε στα ποιήματά του σπουδαία πάθη της ψυχής και όλα "τα μεγάλα ενδιαφέροντα του ανθρώπου". Στο έργο του, παράλληλα με την "επτανησιακότητα", δηλαδή την γλυκοθυμία, την αβρότητα, την τρυφερότητα, που αντιπροσωπεύουν την "ιωνική" πλευρά της ιδιοσυγκρασίας του, βρίσκομε, καθώς παρατήρησε ο Κλέων Παράσχος, και την "δωρική" πλευρά, δηλαδή την αρρενωπότητα, το ηρωικό αντίκρυσμα της ζωής, που είναι στοιχείο ολοζώντανο και όσο προχωρεί στις μεγάλες επικολυρικές συνθέσεις ολοένα και εναργέστερο γίνεται. Οι δυο αυτές πλευρές της ιδιοσυγκρασίας του ρίχνουν φως στην ποιητική του δημιουργία, η οποία στα πρώτα της φανερώματα, χαρακτηρίζεται από την ειδυλλιακή, την ρεμβαστική διάθεση, για να υψωθεί  ύστερα από τον " Ύμνο εις την Ελευθερίαν" (1823), στο χώρο του πιο υψηλού ηρωισμού και να μείνει σ' αυτόν ως το τέλος της ζωής του.
***
   Ο Σολωμός ονομάστηκε δίκαια εθνικός ποιητής. Το έργο του αντικατοπτρίζει τον Ελληνισμό σε ό, τι πιο βαθύ και ουσιαστικό έχει, και εκφράζει το 21, δηλαδή τη συμπύκνωση των αρετών της φυλής και την ηρωικότερη έξαρσή της. Μέσα στον Αγώνα βλέπει ο Σολωμός ό, τι υψηλότερο και βαθύτερο έχει ο άνθρωπος, τη Θρησκεία και την Πατρίδα, και βρίσκει μέσα σ΄αυτόν την πραγμάτωση των ευγενέστερων ανθρωπίνων αξιών. Μεγαλύτερο γεγονός σε νόημα και σε ομορφιά από το 21 δεν γινόταν να υπάρξει για τον ποιητή. Και αφέθηκε να καταυγασθεί από τις αστραπές του θείου φωτός του.
   Με το 21, που είναι, κατά τον Α. Ραγκαβή, το ύψιστον ποίημα του 19ου αιώνα, συντελέστηκε μια "έκρηξη" στην ψυχή του ποιητή, πράγμα που τον οδήγησε στην υπέρβαση του "Εγώ" και στην ενσυνείδητη τοποθέτησή του στο "κέντρον της Εθνικότητος". Αυτή τη φρικίαση της ψυχής του από το ολόφωτο όραμα της αναγεννώμενης πατρίδας τη συναντούμε στον "Ύμνο", όπου, ο " αγωνιστής με τα θεία όπλα του πνεύματος" αναγαλλιάζει  καθώς άμεσα, βιωματικά, σε μια ποιητική ενατένιση, τον αγγίζει η προσωποποιημένη Ελευθερία, και τραγουδά με ακράτητη νεανική ορμή και "ιερή ανατριχίλα" το πατριωτικό του πάθος:
                                                 Σε γνωρίζω από την κόψη
                                                  του σπαθιού την τρομερή,
                                                  σε γνωρίζω από την όψη,
                                                 που με βία μετράει τη γη.

                                                Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
                                                των Ελλήνων τα ιερά,
                                                και σαν πρώτα ανδρειωμένη
                                                χαίρε, ώ χαίρε, Ελευθεριά!
                                              Μόλις είδε την ορμή σου
                                              ο ουρανός... ... ... ... ... ... .. ...
                                              εγαλήνευσε... ... .... ..... ..... ..

                                               Ώ τρακόσιοι! σηκωθείτε
                                               και ξανάλθετε σ' εμάς'
                                               τα παιδιά σας θελ' ιδήτε
                                               πόσο μοιάζουνε με σας ...

   Σ' ένα από τα πρώτα του γράμματα (Λ. Πολίτη, ο Σολωμός στα γράμματά του, Αθήνα, σ. 19), διαβάζουμε: "Χρειάζονται όμως άλλα πράγματα τώρα, για να δείξουμε τις ικανότητες που έχει η γλώσσα. Δε θέλω να περάση κανενός από το μυαλό, πως την ώρα που νικούν οι δικοί μας στον Μαραθώνα, εγώ κάθομαι και τραγουδώ ένα βοσκόπουλο".
   Στο μεταξύ έχει γράψει τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν και στο μυαλό του έχει "ελευθερία και γλώσσα". Έχει ήδη αποφασίσει, οιστρηλατημένος από την αγάπη του για την "θεϊκιά κι όλη αίματα πατρίδα", να δημιουργήσει έργο τοποθετημένο εις "το κέντρον της Εθνικότητος". Γίνεται έτσι ικανός να νιώσει το ηρωικό πνεύμα του Εικοσιένα και ολοζώντανο, απαρόμοιαστο, να το εκφράσει. Τα  γεγονότα της Επαναστάσεως τα παρακολουθούσε με πάθος και βοηθούσε χρηματικά τον Αγώνα. Λέγεται μάλιστα πως μυήθηκε κι ο ίδιος στην Εθνεγερσία στον Άη - Γιώργη, όπου ορκίζονταν οι φιλικοί της Ζακύνθου, και πως γίνονταν συνεδριάσεις των φιλικών της Ζακύνθου στο σπίτι του για τις υποθέσεις της Επαναστάσεως. Κέντρο του έργου του είναι το Εικοσιένα. Τα ποιήματά του είναι άμεσος αντίλαλος του Μεγάλου Αγώνα. Η Επανάσταση τρέφει την ποίησή του και προσδιορίζει το ποιητικό και το ανθρώπινο είναι του. Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, του οποίου οι πρώτες στροφές καθιερώθηκαν στα 1865 με μουσική Ν. Μάντζαρου ως εθνικός μας ύμνος, η ωδή εις τον θάνατόν του Λόρδου Μπάυρον, το επίγραμμα των Ψαρών, ο Λάμπρος, ο Κρητικός, Η Ελληνίδα Μητέρα, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, και άλλα ποιήματα και πεζά, όπως ο Διάλογος και η Γυναίκα της Ζάκυθος, άμεσα ή έμμεσα πηγάζουν από το Εικοσιένα.
   Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν θεωρείται από τον Πολυλά σαν ο πρώτος γνήσιος καρπός της Ελληνικής φαντασίας, η οποία σημαδεύει την αναγέννηση του νεοελληνικού λυρισμού. Στον Ύμνο βέβαια βρίσκομε δίπλα στις ανατάσεις και τις πτώσεις του ποιητικού τόνου και την αισθητικήν αρτιότητα δεν τη συναντούμε συχνά. Ωστόσο είναι ευλογία η ολοκλήρωσή του. Ο Ύμνος "θεμέλιον ιερόν ερμηνείας και αξιοποιήσεως της Επαναστάσεως" εκφράζει το νέο πνεύμα, την κοσμογονική ώρα του 21, σημαδεύοντας το μέλλον του Ελληνισμού. Ο Ύμνος, κατά τον Γ. Θέμελη, "πέρα απ' την αισθητική του ποιότητα, είναι το έργο που σημαδεύει την απαρχή της νέας ζωής, αξιοποιεί το πνεύμα αυτής της κοσμογονικής στιγμής κι είναι δεμένο με τις ρίζες μας προεξαγγέλοντας το μέλλον". Μέσα στους στίχους του δένονται τα μεγάλα επικά οράματα με φαντασία και  πάθος και, πλάι στις εικόνες του πολέμου, ξεπροβάλλουν οι ειδυλλιακές:
                                                     Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
                                                     και κυλάει στη λαγκαδιά
                                                     και το αθώο χόρτο πίνει,
                                                     αίμα αντίς για τη δροσιά.

                                                     Στη σκιά χειροπιασμένες
                                                     στη σκιά βλέπω κι εγώ
                                                     κρινοδάκτυλες παρθένες
                                                     όπου κάνουνε χορό.

                                                     Στο χορό γλυκογυρίζουν
                                                     ωραία μάτια ερωτικά,
                                                     και εις την αύρα κυματίζουν
                                                     μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

                                                     Η ψυχή μου αναγαλλιάζει,
                                                     πως ο κόρφος καθεμιάς
                                                     γλυκοβύζαχτο ετοιμάζει
                                                    γάλα ανδρείας και ελευθεριάς.

   Στο πεζό Σχεδίασμα η Ελληνίδα Μητέρα, που είναι έργο της τελευταίας περιόδου του Σολωμού, βρίσκομε τη φράση: " Lunga e la fossa che mi coperse l' amato gigante", που σημαίνει: Μακρύς είναι ο λάκκος που σκέπασε τον αγαπημένο μου γίγαντα. Από αυτό το Σχεδίασμα, που το μετέφρασε αριστοτεχνικά ο Καλοσγούρος, προσεγγίζοντας τη σολωμική τροπική, ο Σολωμός απέδωσε στα ελληνικά μόνο τη μνημονευθείσα φράση με τον επιγραμματικό στίχο:
      Μακρύς ο λάκκος π' άνοιξε και κλεί το γίγαντά μου.
   Πρόκειται για έναν εξαίσιο στίχο, που αναφέρεται στον πολεμιστή και τον μυθοποιεί καθώς από την πραγματικότητα της ζωής, που εκφράζει ο σκοτωμένος ήρωας, υψώνεται στην ηθική σφαίρα κι εξιδανικεύεται με τον ωραίο θάνατο για την πατρίδα Κατά τον Καλοσγούρο "στην Ελληνίδα Μητέρα" έχουμε τη συνοπτικώτερη ποιητική ερμηνεία της θεωρίας των "Ελεύθερων Πολιορκημένων". Άλλωστε στο ανωτέρω Σχεδίασμα , που είναι νανούρισμα και μοιρολόγι μαζί της χήρας Ελληνίδας Μητέρας, συναντούμε και τούτον το μοναδικό στίχο:
                            Πέφτουμ' εμείς, το έργο μας για την πατρίδα μένει.
   Από τα έργα επίσης της ωριμότητας του Σολωμού είναι ο Κρητικός. Πρόκειται, κατά τον Πολυλά, για μελωδικότατη στιχουργία, για ρομαντική ποίηση, "όπου εικονίζεται μια τω όντι ελληνική ψυχή, εις την οποίαν συγχωνεύονται η ανδρεία, ο πατριωτισμός και η παθητικώτατη λατρεία της αγαπημένης γυναικός". Συγκεκριμένα ο ποιητής μας φέρνει στην Κρήτη, όπου οι ηρωικοί αγώνες και η λαχτάρα της λευτεριάς του πονεμένου και περήφανου ραγιά εκφράζονται με τούτους τους συναρπαστικούς στίχους:
            Στον Ψηλορείτη, όπου συχνά μ' ετράβουνεν ο πόνος,
            κι έβλεπα τ' άστρο τ' ουρανού μεσουρανίς να λάμπη,
            και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι'
            κ' ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα,
            κ' εφώναζα' ώ θεϊκιά, κι όλη αίματα Πατρίδα!
            Κι άπλωνα. κλαίοντας, κατ' αυτή τα χέρια με καμάρι'
            καλή 'ν' η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.
   Στον "Άγνωστο Σολωμό" του Καιροφύλα διαβάζουμε: "Ένα μεσημέρι ακούομε κανονιές και το αφεντικό (ο Σολωμός) εβγήκε έξω από την κάμαρά του και εστάθηκε εις το λόφο. Έπειτα ανασηκώνοντας τα χέρια προς τον ουρανό εφώναξε δυνατά: "βάστα καημένο Μεσολόγγι, βάστα!" Και έκλαψε σαν παιδί...". Πράγματι, η πολιορκία, τα δεινά και η ηρωική έξοδος του Μεσολογγίου φλόγισαν την ψυχή του και του ενέπνευσαν, καθώς φωτίστηκε από τις αστραπές της μεγαλοφυΐας, το αριστούργημά του, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, την υψηλότερη ποιητική σύλληψη μέσα στον νεοελληνικό Παρνασσό, το μεγαλόπρεπο κι αιώνιο μνημείο "που ονειρεύτηκε να στήση στη λατρεία της αιωνίας Ελλάδος".
   Στους Ελεύθερους Πολιορκημένους έχομε μια υψηλονόητη σύλληψη της σύγκρουσης ανάμεσα στη ζωή και στην αυτόβουλη θυσία. Οι ήρωες του Σολωμού ανεβαίνουν από αναβαθμό σε αναβαθμό τις δυσκολίες, παλεύοντας με τον εαυτό τους, τις αισθήσεις, τις μνήμες, την πείνα, με τη φύση τέλος, που βρίσκεται στη καλή της ώρα, για να υψωθούν στο χώρο της εσωτερικής ελευθερίας. "Όλα αυτά, γράφει ο ποιητής στους στοχασμούς του, όσο μεγαλύτερα είναι και πλέον διάφορα, εις τόσο υψηλότερο στυλοπόδι σταίνουν την Ελευθερία, μεστήν από το Χρέος, δηλαδή, απ' όσα περιέχει η Ηθική, η Θρησκεία, η Πατρίδα, η Πολιτική κ.α." Στο πρώτο απόσπασμα του Β' Σχεδιάσματος παρουσιάζει ο ποιητής "μια αναβάθρα από δυσκολίες, τις οποίες θα υπερβούν εκείνοι οι Μεγάλοι" φθάνοντας ως το θάνατο. Στο σημείο αυτό η δυσκολία - πείνα μετράει την αντίσταση του ανθρώπου. Οι λέξεις, μεστές από νόημα, σηκώνουν το αισθητικό βάρος και φτάνουν ως την αυτοτέλεια του στίχου με μια έκφραση πυκνή, λιτή, κυριολεκτική κάποτε:
                          Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει'
                          Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
                          Τα μάτια η πείνα εμαύρισε' στα μάτια η μάνα μνέει.
                          Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει'
                          "Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ' έχω 'γω στο χέρι;
                          Οπού συ μούγινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει".
   Στο δεύτερο απόσπασμα ο Σολωμός, καθώς θεάζεται τα στοιχειακά αγαθά της ζωής και την ομορφιά της φύσης από το ένα μέρος, αλλά και την ηθική δοκιμασία των πολιορκημένων από το άλλο, σημειώνει:
   "Η ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα' η ζωή ακέραιη, απ' όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλει την ανθρώπινη ψυχή' θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύσι στην επιφάνεια και εις το βάθος της. Η ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησίαν να πάρουν την χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν":
      Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
      κι όσα άνθια βγαίνουν και καρποί τοσ' άρματα σε κλειούνε.
      Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
      και μες τη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
      κι ολόλευκο εσύσμιξε με τ' ουρανού τα κάλλη.
      Και μες της λίμνης τα νερά, οπ' έφθασε μ' ασπούδα,
      έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
      που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο'
      το σκουληκάκι βρίσκεται σ' ώρα γλυκιά κι εκείνο.
      Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
      η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι'
      με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει'
      όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
       Τρέμ' η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.
   Στο σημείο αυτό η καλλιτεχνική βούληση του Σολωμού μας πηγαίνει πέρα από την επιφάνεια του θέματος της Άνοιξης στο βάθος ενός νοήματος ηθικού, καθώς και η "ζωή... θέλει να καταβάλει την ανθρώπινη ψυχή", που αγωνίζεται να σπάσει τους δεσμούς με το φυσικό κόσμο πραγματώνοντας την αληθινή, την απόλυτη ελευθερία.
   Στο τρίτο απόσπασμα του Β' Σχεδιάσματος, πάνω στο κρίσιμο σημείο, "ενώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της Άνοιξης, όπου κινδυνεύει να ξυπνήσει εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψει την ανδρεία τους", σαλπίζει ο Έλληνας Πολέμαρχος "κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο":
       Σάλπιγγα, κόψ' του τραγουδιού τα μάγια με βία,
       γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την ανδρεία".

   Στο Γ' Σχεδίασμα των Ελεύθερων Πολιορκημένων ο Σολωμός καθώς ζεί, σύρριζα στην ψυχή του, το θείο όραμα της ελληνικής πατρίδας, της αφιερώνει τους στίχους:
       Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στην δόξα,
       κι αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
       με λογισμό και μ' όνειρο, τι χάρ' έχουν τα μάτια,
       τα μάτια τούτα να σ' ιδούν μέσ' το πανέρμο δάσος,
       που ξάφνου σου τριγύρισε τ' αθάνατα ποδάρια
       (κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα του Βαϊώνε!
       Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,
       ατάραχη σαν ουρανός μ' όλα τα κάλλη πόχει,
       που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη 'ναι κρυμμένα'
       αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν' ακούσω τη φωνή σου,
       κι ευθύς εγώ τ' Ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
       Δόξα 'χ' η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.
   Η Πατρίδα, όπως την αντικρύζει ο Σολωμός στον αγώνα του 21, όπου καθαγιάζονται όλες οι υψηλές ανθρώπινες αρετές, προβάλλοντας τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα σε μια ηθική και αισθητική συναίρεση και υπογραμμίζοντας την παντοδυναμία του πνεύματος, είναι "όμορφη, πλούσια και άπαρτη, και σεβαστή και αγία". Το Εικοσιένα με τις υψηλές ιδέες της Πατρίδας, της Θρησκείας και της Ελευθερίας, που αντιπροσωπεύει, δοκιμάζει τον άνθρωπο, τον υψώνει σε υψηλές σφαίρες ηρωισμού, και με την ηθική έξαρση και την ανάταση στο χώρο του αιώνιου και του πνευματικού επικυρώνει το μεγαλείο της ελληνικής ψυχής. Πράγμα το οποίο συνιστά την πίστη του ποιητή στην υπερβατική πραγματικότητα, το ηρωικό πνεύμα και το ιδεαλιστικό αντίκρυσμα της ζωής, όπωσ εκφράζεται εναργέστατα στους στίχους του από την "Ελληνίδα Μητέρα":
         Χαρές και πλούτη να χαθούν, και τα βασίλεια, κι όλα,
         τίποτε δεν είναι, αν στητή μέν' η ψυχή κι ολόρθη.
   Το ίδιο αντίκρυσμα της ζωής, το ίδιο ηρωικό πνεύμα εκφράζει ολάκερο το 21. Το οποίο, και από την άποψη αυτή, βρίσκεται σε βαθύτατη συσχέτιση με την ποίηση του Σολωμού, σε απόλυτη αντιστοιχία με το έργο του.

***



ΕΤΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ
Διακόσια χρόνια από τη γέννησή του
του Φώτη Στεργίου
Περιοδικό Ρίζα Αγρινιωτών Δεκέμβριος 1998
    Το χρόνο, που μαρτύρησε ο Ρήγας, ενσαρκώνοντας την εθνική ελληνική συνείδηση, γεννήθηκε ο Σολωμός (1798-1857) ενσαρκώνοντας την αισθητική βούληση της Ελλάδας και συνθέτοντας ποιήματα "υψηλών εμπνεύσεων και πραγματοποιήσεων". Με αποτέλεσμα να συμβάλλει τα μέγιστα στη διαμόρφωση της νέας ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας και συνακόλουθα στην πνευματική αναγέννηση της Ελλάδας.

***

    Για τον Σολωμό έχουν γραφεί πολλά. Το φετεινό, μάλιστα, "Έτος Σολωμού" προκάλεσε πέρα από τα συμβατικά, υμνητικά κείμενα, που είναι "απλές αναμνημονεύσεις", και ουσιαστικές προσεγγίσεις και εκτιμήσεις του σολωμικού έργου. Άλλωστε από παλιά επιχειρήθηκε η εμβάθυνση στο έργο του Σολωμού και συντελέστηκε με τα χρόνια μια γενικευμένη αποδοχή του, που κατοχυρώθηκε στα γράμματά μας και επιβλήθηκε ως ο εθνικός μας ποιητής.
    Γεγονός είναι πάντως ότι, όταν ο Σολωμός έκλεινε τα μάτια του το 1857 στην Κέρκυρα, κανένας δε φανταζόταν ότι θα αναγνωριζόταν ως η κορυφαία ποιητική φυσιογνωμία στο νεοελληνικό Παρνασσό. Ο δε Α. Βαλαωρίτης αποχαιρετώντας το Σολωμό, έγραψε(1): "Ποιός ξεύρει πόσες άνοιξες/θε να διαβούν και χρόνοι/ που δε θα ιδούν τ' αηδόνι"... Ο Σολωμός υπήρξε πράγματι το ποιητικό αηδόνι, που αναδείχτηκε νομοθέτης, αρχηγός της Επτανησια-κής Σχολής και ιδιαίτερα της επαναστατικής πατριωτικής ποίησης.

***

    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ποίηση του Σολωμού συνδέεται άμεσα με τον επαναστατικό εθνικισμό του 19ου αιώνα και το ξέσπασμα του '21 συγκλόνισε τον ποιητή, που στον "Διάλογό" του το 1824 θα γράψει :"Μήγαρις έχω άλλο στο νου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;"(2)
    Ο Σολωμός, βέβαια, "ενσαρκώνει τρεις μεγάλες εθνοπλαστικές ιδέες: την Πατρίδα, το Ωραίο και τη Γλώσσα". Καθώς δε συνεπαίρνεται από το μεγαλειώδες όραμα της πατρίδας, που αναγεννιέται, βρίσκει τη δύναμη να συναιρέσει το ηθικά και αισθητικά ωραίο με το κάλλος της δημοτικής γλώσσας. Ο Σολωμός εκφράζει ποιητικά και δικαιώνει ηθικά τον αγώνα του '21. Η ιδέα της πατρίδας αποθεώνεται μέσα στο έργο του, που δεν είναι παρά άμεσος ή έμμεσος αντίλαλος της Επαναστάσεως. Με το '21 συντελέστηκε μια έκρηξη στην ψυχή του ποιητή, πράγμα, που τον οδήγησε στην υπέρβαση του "εγώ" και στην τοποθέ-τησή του στο "κέντρο της Εθνικότητας"(3). Με αποτέλεσμα τον Μάιο του 1823, μέσα σ' ένα μήνα και σ' ένα ξέσπασμα λυρικού ενθουσιασμού, να γράψει τις 158 στροφές του "Ύμνου εις την Ελευθερία". Πρόκειται για επικολυρικό ποίημα, ορμητικό και πηγαίο, που θεωρείται από τον Πολυλά "ο πρώτος γνήσιος καρπός της ελληνικής φαντασίας ύστερα από είκοσι αιώνες του μαρασμού της"(4).
    Ο Ύμνος εκφράζει το νέο πνεύμα, την κοσμογονική ώρα του '21, προεξαγγέλοντας το μέλλον του Ελληνισμού. Η δε ελευθερία, μορφή ποιητική, προσωποποιημένη, ταυτισμένη με την ελληνική επανάσταση, "αστράφτει από την πρώτη στιγμή γνώριμη στα μάτια του ποιητή":(5)
Σε γνωρίζω από τη κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη,
που με βία μετράει τη γη.

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα Ιερά
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ώ χαίρε, Ελευθεριά!..


    Με τον Ύμνο ο Σολωμός συνειδητοποιεί το ηρωικό πνεύμα του '21 και το εκφράζει νε απαρομοίαστη ζωντάνια και μεγαλοπρέπεια. Κέντρο του έργου του γίνεται πλέον η Επανάσταση, που τρέφει την ποίησή του και προσδιορίζει το ποιητικό και το ανθρώπινο είναι του. Τόσο δε ο Ύμνος, του οποίου οι πρώτες στροφές καθιερώθηκαν στα 1865 με μουσική του Ν. Μάντζαρου ως ο εθνικός μας ύμνος, όσο και η Ωδή στο Θάνατο του Λόρδου Μπάιρον, το επίγραμμα των Ψαρών, ο Λάμπρος, ο Κρητικός, η Ελληνίδα Μητέρα, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι και άλλα ποιήματα και πεζά, όπως ο Διάλογος και η Γυναίκα της Ζάκυθος, πηγάζουν από το '21.
    Ο Σολωμός δίκαια ονομάστηκε εθνικός ποιητής. Το έργο του αντικατοπτρίζει τον Ελληνισμό σε ότι πιο βαθύ έχει, και εκφράζει το '21, δηλαδή τη συμπύκνωση των αρετών της φυλής και την ηρωικότερη έξαρσή της. Μέσα στον Αγώνα, που τον ενίσχυσε "με το αίμα του πνεύματός του", βλέπει ο Σολωμός ότι υψηλότερο και βαθύτερο έχει ο άνθρωπος, τη Θρησκεία και την Πατρίδα, και βρίσκει μέσα σ' αυτόν την πραγμάτωση των ευγενέστερων ανθρωπίνων ιδανικών, υψώνοντας "τους ταπεινούς ανθρώπους και τας ενεργείας των υπέρ της ελευθερίας εις αιώνια σύμβολα και ιδέας απολύτου αξίας".(6)
    Μεγαλύτερο γεγονός σε νόημα και σε ομορφιά από το '21 δε γινόταν να υπάρξει για τον ποιητή. Και αφέθηκε να καταυγασθεί από τις αστραπές του θείου φωτός του.

***

    Γενάρχης της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, ο Σολωμός αντιπροσωπεύει την καλή ώρα του νεοελληνικού πολιτισμού. Κινήθηκε μέσα στην Ιστορία και την παράδοση, διείσδυσε στις ρίζες της φυλής του, έθρεψε το πνεύμα του με ελληνικά και ξένα πνευματικά προϊόντα, ένιωσε την αξία του παρελθόντος και προσδιόρισε την πνευματική εξέλιξη του μέλλοντος. Έζησε σύρριζα στην ψυχή του το δράμα του Έθνους, εμπνεύστηκε από τον επικότερο αγώνα του, τον οποίο εξέφρασε σ' όλη την πληρότητα και το μεγαλείο του, αποκρυσταλλώνοντάς τον λυρικά, μεταβάλλοντάς τον σε ποίηση. Μια ποίηση λιτή, γεμάτη υψηλό νόημα, αντιρ-ρητορική, αδρή σε πυκνότητα και μουσικότητα απαράμιλλη. Ωστόσο η φύση της σολωμικής ποίησης δεν είναι, ιδίως στην περίοδο της ωριμότητας, αυτοβιογραφική, αυτοαναφορική, πράγμα συνηθισμένο σήμερα, μια και ο Σολωμός παραμερίζει το εγώ του, το προσωπικό στοιχείο υποχωρεί και κυριαρχεί το συλλογικό, το εθνικό, υψώνοντας την ποίησή του ως τον ιδανισμό, καθώς συναντούμε στο έργο του το πάθος της τελειομορφίας και το μεγαλείο της ποιητικής τελειότητας και συντελείται, κυρίως στους "Ελεύθερους Πολιορκημένους" "η υπεροχή του πνεύματος ομπροστά εις όλα τα εξωτερικά ενάντια"(7).  Με αποτέλεσμα οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι να ξεπερνούν τα φυσικά και ψυχικά εμπόδια φτάνοντας στην υπέρτατη στιγμή της θυσίας:

...Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ' οι στοχασμοί τους'
τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν.
Τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν'
γλυκειά κι ελεύθερη η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη
κ' υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.  

    Βέβαια η φιλολογική και λογοτεχνική κριτική επεσήμανε την αποστροφή της άμεσης αυ-τοαναφοράς στο μεγαλύτερο μέρος της σολωμικής ποίησης. Ο δε Πολυλάς στα Προλεγό-μενά του χαρακτήρισε το έργο του Σολωμού σαν "μια αυθόρμητη, αδιάκοπη προσπάθεια να σβήνει την προσωπικότητά του μέσα στην απόλυτη αλήθεια"(8).  Και παρακάτω, υπαι-νισσόμενος τις δυσκολίες αξιολόγησης των "πολύτιμων συντριμμάτων" - αποσπασμάτων, που έχουν βέβαια εσωτερική συνοχή και αποτελούν "λυρικές ενότητες", σημειώνει ότι "οι γυμνασμένοι νόες θέλει ξανανοίξουν την ζωντανήν ουσία...του ποιητικού έργου".
      Αναμφισβήτητα πρόκειται για ποιητικό έργο, που το διαπερνούν οι ηθικοπνευματικές δυνάμεις και το χαρακτηρίζουν στο σύνολό του. Το πνεύμα δε με τη μεταφυσική του ελευθερία, που διατυπώνεται με την έννοια του "υψηλού" στην ηθική και αισθητική δραστηριότητα του ανθρώπου, "πρυτανεύει πέρα για πέρα και στη σκέψη και στο έργο του Σολωμού. Η βιοθεωρία του και η αισθητική  του κινούνται γύρω από τον άξονα, που συνθέτουν οι πνευματικές αξίες του Αγαθού και του Ωραίου. Αυτό ακριβώς κάνει το Σολωμό μοναδικό και πρωτόφαντο για τα νεοελληνικά γράμματα και πνευματικό ταγό".(9)
    Από την άποψη αυτή ο Σολωμός μας δίδαξε, ότι πέρα από την ποιητική έξαρση και την εκφραστική τελειότητα, η μεγάλη ποίηση κλείνει μέσα της όχι μόνο την ψυχή του δημιουργού της αλλά "και  κάτι από την ψυχή το Έθνους του και από την ψυχή του κόσμου". Δεν υπήρξε δε μόνο λυρική, καλλιτεχνική ψυχή, αλλά και μεγάλος νους και εμπνευσμένος στοχαστής, που προβληματίστηκε πάνω στα "καιριώτερα" και εξέφρασε στα ποιήματά του σπουδαία πάθη της ψυχής και όλα "τα μεγάλα ενδιαφέροντα του ανθρώπου". Και καθώς διαλέγεται με την ιστορία και τ' ανθρώπινα προβλήματα αναδεικνύεται όχι μόνο εθνικός αλλά και οικουμενικός ποιητής και δίνει με τον περίφημο στοχασμό του: "Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδους μεγαλείου", ένα κανόνα ζωής για τους Έλληνες, αλλά και για κάθε άνθρωπο, μια και τα ελληνικά ιδανικά είναι παγκόσμια. Πράγμα, που έκανε ο ίδιος βιώνοντας τον πατριωτισμό του σαν τη σχέση του φυτού με το χώμα και κερδίζοντας από τον ιερό δεσμό με τη γενέτειρα το κλασικό ήθος και την αναγκαιότητα της αλήθειας. Έτσι έκανε την παρατήρηση πως "Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί  εθνικόν ότι είναι Αληθές". Κι ακόμη έτσι έγραψε τον Ύμνο αντικρύζοντας το Μεσολόγγι από το Ακρωτήρι και έτσι εμπνεύστηκε τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, την υψηλότερη ποιητική σύλληψη μέσα στο νεοελληνικό Παρνασσό, παρακολουθώντας  με πάθος και αγωνία την πολιορκία, τα δεινά και την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου.
   Στον "Άγνωστο Σολωμό" του Καιροφύλα διαβάζουμε σχετικά: "Ένα μεσημέρι ακούαμε κανονιές και το αφεντικό, (ο Σολωμός), εβγήκε έξω από την κάμαρά του και εστάθηκε εις τον λόφο. Έπειτα ανασηκώνοντας τα χέρια προς τον ουρανό εφώναζε δυνατά:" Βάστα, καημένο Μεσολόγγι, βάστα!". Και έκλαψε σαν το παιδί".(10)

***

    Κλείνοντας το επετειακό αυτό σημείωμα για τον Σολωμό, θα θέλαμε ν' αναφερθούμε στα Σολωμικά του Βάρναλη, ο οποίος, κρίνοντας τον ποιητή στα εκατό χρόνια από το θάνατό του (1957), έγραψε:(11)
    - Και τι απομένει από το έργο του εθνικού ποιητή;
    - Όλο! Και ζωντανό σαν τότε. Και δύναμη παντοτεινά, που θ' ανυψώσει το ηθικό και πνευματικό επίπεδο του Έθνους. Και αφού κάνει λόγο για τα "μεγάλα μαθήματα" της σολωμικής ποίησης με την καθολικότητα των ιδεών, την ελευθερία και με τις μορφές της, την εθνική Ελευθερία του Ύμνου, την ηθική των Ελεύθερων Πολιορκημένων, την πνευματική του Διαλόγου και τέλος την κοινωνική, αποφαίνεται: "Ποτές ο Σολωμός και το έργο του δεν είχανε τόση επικαιρότητα όσο σήμερα".
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Α. Βαλαωρίτη Έργα, επιμέλεια Κ. Καιροφύλα, Αθήνα, σ. 104.
2. Διονυσίου Σολωμού Άπαντα, έκδοση ΟΕΣΒ, Αθήνα 1957, σ. 446.
3. Όπου παραπάνω. σ. 278.
4. Όπου παραπάνω, σ. 641.
5. Λ. Πολίτη, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα 1991, σ. 149.
6. Ν. Τωμαδάκη, Δ. Σολωμός, Βασική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1954, Αρ. 15, σ. ρνξ΄.
7. Δ. Σολωμού Άπαντα, ό.π., σ. 655.
8. Δ. Σολωμού Άπαντα, ό.π., σ. 661.
9. Β. Σκουβαρά, Κεφάλαια από την Ιστορία των Νεοελληνικών Γραμμάτων, Αθήνα 1978, σ. 95.
10. Κ. Καιροφύλα, Ο Άγνωστος Σολωμός, έκδοση Στοχαστής, Αθήνα 1927, σ, 167.

11. Κ. Βάρναλη, Σολωμικά, έκδοση Κέδρος 1957, σ. 171 κ.ε.



************************

*****

Η επικαιρότητα του Καζαντζάκη
του Φώτη Στεργίου
"Πρωινός Τύπος" Καρδίτσας 1η Ιανουαρίου 2013

    Πεζογράφος, στοχαστής, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957), καλλιέργησε όλα τα είδη του λόγου, εμπλούτισε τη λογοτεχνία μας με νέο πάθος και παλμό και την έφερε πολύ κοντά στα προβλήματα του καιρού μας.
    Πρόκειται για ένα συγγραφικό φαινόμενο με τη μεγαλύτερη απήχηση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, όπου το "μέγεθος" προβάλλεται περισσότερο από την απαρομοίαστη πνευματική του προσωπικότητα και λιγότερο από τα επί μέρους έργα του. Άλλωστε μπορούμε να πούμε, παρακολουθώντας όλες τις εκδηλώσεις, ότι ένα νησί, η Κρήτη, κι ένα βιβλίο, η "Ασκητική", τροφοδοτούν τις επί μέρους συγγραφικές του δραστηριότητες και αποτελούν αναμφίβολα τους πυρήνες της δημιουργίας του.
    Αλλά, πριν αναφερθούμε στα επί μέρους έργα του, η Κρήτη τον ακολουθεί και η περίφημη "κρητική ματιά", που τον συνδέει με το ελληνικό στοιχείο και με όσα στοιχεία άντλησε από την Κρήτη και την ελληνική αρχαιότητα, καθώς και η κυρίαρχη παρουσία της "Ασκητικής" νοηματοδοτούν τη ζωή και τη σκέψη του.
    Βέβαια ο Καζαντζάκης εμφανίστηκε στα γράμματά μας το 1906 με το δοκίμιο "Η αρρώστια του αιώνος" με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιβραμή.
    Τον ίδιο χρόνο τύπωσε και το πρώτο του βιβλίο "'Όφις και Κρίνο". Έκτοτε συνερ-γάστηκε σε περιοδικά και εφημερίδες και φιλοτέχνησε πλήθος μεταφράσεων στις εκδόσεις Φέξη.
    Ώσπου το 1927 τύπωσε το αποκαλυπτικό βιβλίο Ασκητική-Salvatores Dei (σωτήρες του Θεού), ένα είδος ποιητικού και φιλοσοφικού δοκιμίου, διαμορφώ-νοντας δια μιας τη συγγραφική του προσωπικότητα και αποτελώντας τη βάση σε όλο το έργο του.
    Μάλιστα σ' ένα γράμμα του στον Octave Merlier to 1949, που μετέφρασε την "Ασκητική" στα γαλλικά και τυπώθηκε στη σειρά των εκδόσεων του Γαλλικού Ινστιτούτου το 1951, υπογραμμίζει: "Μεγάλη ανάγκη να δηλωθεί πως η Ascete γράφτηκε το 1927. Οι πιο σημερινές φιλοσοφικές θεωρίες έχουν μεγάλη συγγένεια με την "Ασκητική". Και η "Ασκητική" γράφτηκε πρωτύτερα".(1)
    Γεγονός είναι πάντως πως η Ασκητική, μαζί με την Οδύσσεια και την Αναφορά στον Γκρέκο, θεωρούνται τα κλειδιά διείσδυσης στον ιδεολογικό χώρο του Καζαντζάκη.
    Καταστατικός ωστόσο χάρτης των ιδεών του παραμένει η Ασκητική, όπου συναντούμε τις βασικές θέσεις του ηρωικού μηδενισμού με τα αντιφατικά στοιχεία της βιοθεωρίας του, που τείνει στην ολοσύνεχη προσπάθεια προς τον Ανήφορο, "προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία"(2), για να κάνει τη σάρκα πνεύμα. Πράγμα που σημαίνει έναν αδιάλειπτο αγώνα για τη διάσωση της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου για να κοιτάζει κατάματα το θάνατο, αλλά και για τη "σωτηρία του θεού", μια και "η ουσία του θεού μας είναι ο ΑΓΩΝΑΣ. Μέσα στον αγώνα τούτον ξετυλίγονται και δουλεύουν αιώνια ο πόνος, η χαρά κι η ελπίδα".(3)   
    Στο σημείο αυτό θα θέλαμε ν' αναφερθούμε στην τολμηρή θεατρική απόδοση τον Απρίλιο του 2012 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών της Ασκητικής του Καζαντζάκη. Ήταν το πρώτο του έργο, στο οποίο κατέφευγε και το οποίο διόρθωσε στην πορεία της ζωής του. Λειτούργησε δηλαδή ως λογαριασμός και απολογισμός ζωής του μεγάλου αυτού στοχαστή.
    Οπότε έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Το ονόμασε Ασκητική, διότι, όπως λέει ο συγγραφέας, αυτό που ανυψώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και προβιβάζει τον άνθρωπο από την αρχική κατάσταση του ζώου, είναι η ατέρμονη και αιματώδης "άσκηση", η δράση. Η διαρκής πάλη με τον εαυτό μας και το περιβάλλον, το παρελθόν και το μέλλον, την ύβριν και την αιδώ, την ταπείνωση και το μεγαλείο, την περιφρόνηση και την φρόνηση. Μιλά δηλαδή για τη δυσκολία της ύπαρξης και την έννοια της δημιουργίας μέσα στο πλέγμα των αντιφάσεων και των αντιθέσεων, που αποτελούν έκφραση της διαλεκτικής του πορείας και βρίσκεται στον ίδιο πυρήνα με το μηδενισμό του, τον υλισμό του και το βιταλισμό του σε συνδυασμό με τον ιδεαλισμό του, τον ασκητισμό και τον ιδιόμορφο θεϊσμό του, δίνοντας στον αγώνα του αποχρώσεις υπαρξιακές. Έτσι το κείμενο της Ασκητικής παραμένει επίκαιρο και σαγηνεύει τους αναγνώστες.
    Το καθαυτό ωστόσο λογοτεχνικό έργο του Καζαντζάκη αρχίζει ν' αυτονομείται λίγο μετά την έκδοση της Ασκητικής με τα δυο μυθιστορήματα γραμμένα στα γαλλικά: Τόντα Ράμπα (1934) και ο Βραχόκηπος (1939), καθώς υποχώρησε το πάθος της περιπλάνησης και συνειδητοποίησε ο ίδιος την ανάγκη να μετουσιωθούν οι εμπειρίες του σε λογοτεχνικά κείμενα αφηγηματικής μορφής. Είναι σαν να άνοιξε ξαφνικά "ένας κρουνός" και αρχίζουν να κυκλοφορούν τα μυθιστορήματα, που αποτελούν τη ρεαλιστική και ηρωική αφηγηματική του πεζογραφία, καθώς δεν προβάλλονται ατομικές καταστάσεις, αλλά το πέρασμα της βιοθεωρίας του στο ευρύ κοινό και ο οδηγητικός ρόλος, που φιλοδοξεί να παίξει στην εποχή του ως διαμορφωτής συνειδήσεων. Όλα δε τα βιβλία, που συνθέτουν το μέγεθος του Καζαντζακικού έργου, έχουν υλοποιηθεί μέσα σε μια ατμόσφαιρα πάθους και υψηλής έντασης. Αφήνοντας κατά μέρος την καταγραφή των θεατρικών του έργων, συγκεντρωμένων σε τρείς τόμους με τον τίτλο "Θέατρο" (1955-1956), αναφέρομε εδώ τα ταξιδιωτικά του με τον υπερκείμενο τίτλο "Ταξιδεύοντας": Ρουσία (1928), Ισπανία (1937), Ιαπωνία-Κίνα (1938), Αγγλία (1941). Ακολούθησαν τα μυθιστορή-ματα: Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946), Καπετάν Μιχάλης (1953), Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1954), Ο τελευταίος πειρασμός (1955), Ο φτωχούλης του Θεού (1956), Οι αδερφοφάδες (1963) και το απολογητικό και αφηγηματικό βιβλίο: Αναφορά στον Γκρέκο (1961).
    Μπροστά στον όγκο αυτής της παραγωγής και την πληθώρα άλλων δημοσιευμά- των, το καθαρά ποιητικό του έργο είναι λίγο. Αποτελείται από την Οδύσσεια (1938), έπος γιγάντιο από 33333 στίχους, γραμμένο επτά φορές σε ιαμβικούς δεκαπεντα-
σύλλαβους, και τις Τερτσίνες (1960), μια σειρά από "κάντα" (άσματα) σε ιαμβικό ενδεκασύλλαβο.
    Γεγονός είναι πάντως ότι την Οδύσσεια θεωρούσε ο Καζαντζάκης ως το μεγαλύτε-
ρο και αντιπροσωπευτικότερο έργο του, μολονότι με τα μυθιστορήματά του μετά τα εξήντα του χρόνια, μια καθυστερημένη δηλαδή κι ευτυχισμένη γέννα, που στάθη-καν ωστόσο μια σπάνια έκπληξη, σήμανε μια μεγάλη ώρα της λογοτεχνίας μας. Και μπορούμε να πούμε, κλείνοντας το σημείωμα αυτό, ότι το έργο του Καζαντζάκη ξάφνιασε στον καιρό του σαν κάτι σπάνιο και μοναδικό "κι εξακολουθεί να ξαφνιάζει την εποχή μας". Έτσι δεν θα χάσει ποτέ την επικαιρότητά του.

Σημειώσεις:
1. Octave Merlier: Προλεγόμενα στην "Ασκητική" του Ν. Καζαντζάκη. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ σ. 124, 1971,
2. Ασκητική, Αθήνα 1964, εκδόσεις Ε. Καζαντζάκη, σελ. 9.
3. Όπου παραπάνω, σελ. 56.


**********************
*******


ΚΡΙΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ
ΜΝΗΜΗ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
Του Φώτη Στεργίου

    Εφέτος (1993) συμπληρώθηκαν πενήντα χρόνια από το θάνατο του Κωστή Παλαμά στις 27/2/1943, του "βάρδου της Ρωμιοσύνης" σύμφωνα με τους σύγχρονούς του και η πνευματική Ελλάδα τίμησε τη μνήμη ενός μεγάλου των Γραμμάτων μας με ιστορικοφιλολο-
γικά αφιερώματα σε περιοδικά και εφημερίδες, με εκθέσεις και με ομιλίες, στα σχολεία και σε άλλα πνευματικά ιδρύματα για τη ζωή του και το έργο. Ένα έργο με βαθιές ρίζες και διακλαδώσεις στην νεοελληνική πνευματική ζωή, που παραμένει πάντα ζωντανό, συνοδεύει τις γενιές στις υψηλότερες πνευματικές αναζητήσεις και αποκτά στις μέρες μας πρόσθετη επικαιρότητα.
    Στους δίσεκτους δε καιρούς, που ζούμε, νιώθουμε επιτακτική την ανάγκη να επικοινωνήσουμε με τις πολιτιστικές μας ρίζες και να στεριώσουμε την πίστη μας για το μέλλον αυτού του τόπου πάνω στο απαρασάλευτο βάθρο της ελληνικής παράδοσης, της οποίας αυθεντικοί εκφραστές της στάθηκαν οι πνευματικοί μας πατέρες.
    Ο Παλαμάς, ένας από τους κορυφαίους πνευματικούς μας πατέρες, προβληματίστηκε πάνω στα καιριότερα, κινήθηκε μέσα στη ιστορία και στην παράδοση, βυθίστηκε στις ρίζες της φυλής του, έθρεψε το πνεύμα του με ελληνικά και ξένα πνευματικά προϊόντα και αναδείχθηκε σε μια κρίσιμη καμπή του νέου ελληνισμού "η καρδιά του τόπου και ο νους του" για να θυμηθούμε τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο.
    Από τα πρώτα κιόλας συνθέματα, διακρίνουμε την έντονη κριτική της ελληνικής πραγματικότητας, την προοδευτική σκέψη και το αγωνιστικό του φρόνημα. Ενωρίτατα δε επιστράτευσε την ποίησή του, του "Γυρταίου το σάλπισμα", γιατί - πρέπει να το πούμε - ποτέ δεν έκανε "Τέχνη για την Τέχνη" στους αγώνες για τη φυλετική, την εθνική και την πνευματική μας προκοπή και αφιέρωσε μάλιστα, τοποθετημένος στη φωτισμένη μερίδα του Έθνους του, ποίημα στον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, δημοσιευμένο στην "Εφημερίδα" του Κορομηλά (5-7-1879). Αλλά και άλλα πρώιμα ποιήματά του δείχνουν την παρέμβασή του Παλαμά στα εθνικά θέματα, όπως το Κρητικό, το Θεσσαλικό, το Μακεδονικό. Πράγμα που φανερώνει το διαφωτιστικό χαρακτήρα της ποίησής του, την υψηλή συνείδηση της τέχνης και της αποστολής του.
    Τα κυρίαρχα βέβαια στοιχεία της ποίησής του, που ξεκινάει από το "λυρισμό του εγώ" και φθάνει στο "λυρισμό του εμείς" και στο "λυρισμό των όλων" είναι η αγάπη της Ιδέας, η αγάπη της Πατρίδας και η αγάπη της Φύσεως. Η εσωτερική δε ενότητα του παλαμικού έργου βρίσκεται αναμφισβήτητα στην πατριδολατρεία του.

***

    Από την άποψη αυτή είναι αξιοσημείωτο ότι στην πρώτη του ποιητική συλλογή "Τα τραγούδια της Πατρίδος μου" (1886), έργο προδρομικό των κατοπινών του ποιητικών βιβλίων, το πρώτο του ποίημα με τον τίτλο "Τα δώρα της Πρωτοχρονιάς" εγκαινιάζεται με τη λέξη "Πατρίδα":
- Πατρίδα μου, τι θες να σου χαρίσω
για τον καλό το χρόνο που θα ΄ρθεί;
-Παιδί μου, το κορμί το λιονταρίσιο
και το παλληκαρίσιο το σπαθί...
Και η Μητέρα-Πατρίδα καταλήγει:
-Παιδί μου, όταν τη δόλια σου μητέρα
με του παιδιού τον πόνον αγαπάς,
με την αγάπη μόνον μιαν ημέρα
την παλαιά της δόξα θα της πας!(1)
    Με τους απλούς αυτούς στίχους με τον ανόθευτο λυρισμό τους, που εκφράζουν τους βαθύτερους εθνικούς πόθους της μετεπαναστατικής Ελλάδας, διερμηνεύει ο ποιητής τους στόχους και τους οραματισμούς του για το μέλλον του Έθνους όχι επαιτώντας ξένη βοήθεια, αλλά αγωνιζόμενο και στηριζόμενο στις δικές του ακατάλυτες και δημιουργικές δυνάμεις.
    "Τα τραγούδια της Πατρίδος μου" θεωρούνται μνημείο σημαντικό των γραμμάτων μας, που σημαδεύουν την αρχή "ενός καινούργιου νεοελληνικού πνευματικού κόσμου", μιας καινούργιας ποιητικής παράδοσης με φόντο την αιώνια Ελλάδα, αλλά και την πανανθρώπινη αγωνία και προοιωνίζονται τη μεταγενέστερη πλούσια ποιητική ανθοφορία.
Βέβαια εκείνο, που διακρίνουμε στα ποιήματα αυτά, όπως άλλωστε και σε άλλες του συνθέσεις, είναι η αίσθηση της γύρω του ζωής και της πολύχυμης λαϊκής παράδοσης, αλλά και η γόνιμη επαφή με τη λαογραφία και την ιστορία. Παντού τραγουδάει την Πατρίδα με τα μεγαλεία και τις πτώσεις της, τους πόθους και τα οράματά της και με την ακλόνητη πίστη για την εθνική αναγέννηση. Εδώ πρωτοφαίνεται και το ιδανικό της Μεγάλης Ιδέας, που ήταν διάχυτο αίτημα της ανερχόμενης αστικής τάξης του καιρού του και εύρισκε την ποιητική του έκφραση στα "πολεμικά τραγούδια" της συλλογής αυτής. Μάλιστα στον επίλογο ο "Προφήτης και Οραματιστής" Παλαμάς ονειρεύεται το αντιλάλημα της Μεγάλης Ιδέας:
Φτωχά γεννάς τραγούδια, πατρίς,
φτωχή μητέρα!
Μικρά πουλιά πετούνε
μεσ' σε κλουβί στενό.
Οι σταυραετοί γυρεύουν
ελεύθερον αέρα
κι απέραντο ουρανό...
Όμως θα 'ρθεί μια μέρα
που η πατρίς μεγάλη...(2)
    Το μέστωμα ωστόσο του πατριωτικού ιδεώδους του Παλαμά, παράλληλο κι ομόλογο με το μέστωμα της ποιητικής του τέχνης, διαγράφεται καθαρότερα στους "Ίαμβους και Ανάπαιστους" (1897), καθώς το 1896 σημαδεύεται από το ξεσήκωμα των παιδιών της Μακεδονίας "για την Ιδέα την Ελληνική"(3) και την εξέγερση των Κρητικών για ένατη φορά στον ΙΘ' αιώνα, που φλόγισαν την εθνική ψυχή του ποιητή. Τα δυο δωδεκάστιχα του Διγενή Ακρίτα με τον ηρωικό τόνο τους και το Μεγαλοϊδεατισμό τους "άναψαν και θ' ανάβουν λαχτάρες και καημούς στων Ελλήνων τα στήθη"(4):
Καβάλα πάει ο Χάροντας
το Διγενή στον Άδη...
Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα
δεν περνώ με τα χρόνια...
Είμ' εγώ η ακατάλυτη
ψυχή των Σαλαμίνων
στη εφτάλοφη έφερα
το σπαθί των Ελλήνων.
Δεν χάνομαι στα Τάρταρα
μονάχα ξαποσταίνω.
Στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω!

***

    Αλλά ας προχωρήσουμε στις μεγάλες επικολυρικές του συνθέσεις, που έγραψε ο Παλαμάς στη δωδεκαετία του 1897-1909, το "Δωδεκάλογο του Γύφτου" και τη ¨Φλογέρα του Βασιλιά". Πρόκειται για ποιήματα που " μας κάνουν την εντύπωση κατακλυσμικών γεγονότων"(5).
    Η δωδεκαετία αυτή θεωρείται μια πολύ κρίσιμη καμπή του νέου ελληνισμού. Ο άτυχος ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 κατέληξε σε "στρατιωτική, οικονομική και κοινωνική πανωλεθρία"(6). Η οδυνηρή βέβαια ήττα δεν ξέσπασε ως κεραυνός εν αιθρία, αλλά ήταν συνέπεια της κακής πορείας της χώρας και επισημοποίησε τον εθνικό μαρασμό. Πράγμα, που προκάλεσε εκρήξεις και αναβρασμούς στον κοινωνικοπολιτικό χώρο και αντάριασε τη ρωμαλέα εθνική συνείδηση του Παλαμά. Ο οποίος το ένιωσε καθαρά πως χρεωκόπησαν οι παλιές αξίες και πως ο προσανατολισμός του εθνικού βίου σε νέες ζωντανές αξίες, μακριά από τα νεκρά σχήματα του παρελθόντος, ήταν των καιρών το πρόσταγμα και το αίτημα. Η εθνική αναξιότητα ήταν το δράμα, που συντάραξε την ψυχή του Παλαμά και συνετέλεσε παράλληλα στην εθνική αφύπνιση. Όταν η Ελλάδα του 1897 παράδερνε μέσα σε λογής κρίματα και κινδύνευε να χάσει την πίστη στον εαυτό της, "ακούοντας κολασμένων βογγητά και παρακάλια", ο ποιητής μας στοχάστηκε την αντιμετώπιση της κατάστασης, έγινε ο άγγελος της απολύτρωσης και οραματίστηκε με το "Δωδεκάλογο του Γύφτου" το εγερτήριο αυτό σάλπισμα, την εθνική παλιγγενεσία:
Και θα φύγεις κι απ' το σάπιο το κορμί
η ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα...
Όσο να σε λυπηθεί
της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
η ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
και θ' ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
κα ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή
θα σαλέψεις σαν τη χλόγη,
σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο τον γυναικείο,
 σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα
για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αισθανθείς να σου φυτρώνουν
ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!(7)

    Στη "Φλογέρα του Βασιλιά" - "το έπος της ελληνικής διάρκειας" (8) -, που ακολούθησε το "Δωδεκάλογο του Γύφτου", βρίσκομε μια στοχαστική προσαρμογή και μια θεμελίωση των κλονισμένων αξιών στο χώρο της ελληνοχριστιανικής παράδοσης. Ύστερα από την αντιπαράθεση προς το παρελθόν και την άρνηση ενάντια σε μια νοσηρή κατάσταση, σε μια γενική απονέκρωση, καθώς σύμφωνα με την αρχή του προλόγου της "Φλογέρας του Βασιλιά" ήταν "σβησμένες όλες οι φωτιές , οι πλάστρες μεσ' στη χώρα", επεχείρησε ο Παλαμάς τη γεφύρωση με το παρελθόν και την ταύτιση με το σύνολο. Με το έργο αυτό, που απλώνεται πάνω από τέσσερις χιλιάδες στίχους, μεγαλόπνοους στίχους, επικούς και λυρικούς μαζί δεκαπεντασύλλαβους, ο Παλαμάς πίστεψε πως έχτισε "παλάτι" και καθώς εκφράζεται ο Μεγαλοϊδεατισμός του, ανασταίνοντας ποιητικά το χώρο και το χρόνο του ελληνισμού, θα μπορούσε να είναι το ποίημα ενός ολόκληρου έθνους, του Ελληνικού έθνους. Αλλά, παρά τις όποιες ποιητικές της αρετές, η "Φλογέρα του Βασιλιά" είναι για την κριτική θέμα αντιλεγόμενο(9).

***

      Ύστερα από τις μεγάλες του επικολυρικές συνθέσεις, που μοιάζουν ποιητικοί καταρράκτες, επέστρεψε ο ποιητής - πνευματικός ήρωας - στους λυρικούς τόπους. Πρόκειται για σύντομα ποιήματα με καθάρια λυρική ουσία, από τα πιο στέρεα ποιήματα του Παλαμά. Αναφέρουμε ενδεικτικά τις συλλογές¨" Οι καημοί της λιμνοθάλασσας" και τα "Σατυρικά γυμνάσματα" (1912) καθώς και "Η Πολιτεία και η μοναξιά" (1912), που συνεχίζουν την παράδοση της "Ασάλευτης ζωής", η οποία οριοθετεί τη δεύτερη φάση της δημιουργικής πορείας του ποιητή και κλείνει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ποίησης του: το ύψος και την ποικιλία των εμπνεύσεων, των μέτρων και των ρυθμών μαζί με τα ισορροπημένα στοιχεία του πάθους και της σοφίας. Το δίχως άλλο, οι συλλογές αυτές περιέχουν ποιήματα, που αποκαλύπτουν τη ρωμαλέα καλλιτεχνική βούληση του Παλαμά, που το μπορούσε το ανέβασμα σε λυρικές μορφές σαν τον εγκατέλειπε στο πάθος, στο λυρικό μεθύσι η γνωστική του ορμή. Από την "Πολιτεία και μοναξιά", ιδού ένα μικρό αριστούργημα, το "Ρόδου μοσχοβόλημα":

Εφέτος άγρια μ' έδειρε η βαρυχειμωνιά
που μ' έπιασε χωρίς φωτιά και μ' ηύρε
                                  χωρίς νιάτα
και ώρα την ώρα πρόσμενα να
                                  σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα.
Μα χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο
                                  του Μαρτιού
και τράβηξα να ξαναβρώ τ' αρχαία
                                  τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσχοβόλημα ενός
                                  ρόδου μακρινού
μου δάκρυσαν τα μάτια.

    Στην ίδια συλλογή ανήκει και το "Τα Σκολειά χτίστε", όπου ο ποιητής εκφράζει το πάθος για μια νέα παιδεία, νέο σχολείο, νέα ζωή, σύμφωνα με το αίτημα του Δημοτικισμού, που καταδικάζει την πιστόδρομη στροφή στον παρελθοντισμό"

Στον τόπο απάνω όχι πολέμων κάστρα,
τα σκολειά χτίστε...
Λιτά χτίστε τα, απλόχωρα, μεγάλα,
γερά θεμελιωμένα από της χώρας
ακάθαρτης, πολύβοης, αρρωστιάρας
μακριά, μακριά τ' ανήλιαγα σοκάκια,
τα σκολειά χτίστε...
κι ο δάσκαλος ποιητής' και τα βιβλία
να είναι σαν κρίνα...

***

    Η μαχητική ωστόσο και διαφωτιστική του παράδοση συνεχίστηκε με τα "Σατυρικά γυμνάσματα", γραμμένα ανάμεσα στα 1907 και 1909 ( του σωτήριου έτους του Έθνους). Εδώ η μούσα του κρατάει μαστίγιο. Κατεβαίνει ο ποιητής μας στο χώρο της καθημερινής επικαιρότητας αγέλαστος, σκυθρωπός, γεμάτος αγανάκτηση για την κατάντια του Ρωμαίικου ύστερα από την ήττα του '97, "τη μεγαλύτερη ήττα της πολιτικής της Μεγάλης Ιδέας"(10), και τα γεγονότα που ακολούθησαν, όπως πολιτική κρίση διαρκείας, σοβαρή αναταραχή στο στρατό, συλλαλητήρια, τα "Ευαγγελικά", τα "Ορεστειακά", η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου κλπ., που όξυναν ακόμα πιο πολύ την ταπείνωση της ήττας:
Στ' ακάθαρτα κυλήστε μας του βούρκου
στα πιο βαθιά. Πατήστε μας με κάτι,
κι από το πόδι πιο σκληρό του Τούρκου.

Διαβασμένοι, ντοτόροι, σποιρουνάτοι,
ρασοφόροι, δάσκαλοι, ρουσφετλήδες,
οικοπεδοφαγάδες, αβοκάτοι,

κομματάρχηδες και κοτζαμπασήδες
και της γραμματικής οι μανταρίνοι
και της πολιτικής οι φασουλήδες
Ταρτούφοι, ραμπαγάδες,
ταρταρίνοι...(11)
    Έχοντας ο Παλαμάς τη συνείδηση του πνευματικού οδηγού, ξεσπάει στις Σάτιρές του με ρεαλιστική έκφραση και δραματικότητα ονομάζοντας την κοινωνία του καιρού του "αστόχαστη πλέμπα" και την καυτηριάζει:(12)
Φαγοπότι, ξαπλωταριό τα ίδια.
Τα θέατρα, τις ταβέρνες, τα πορνεία,
φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια, αποκαΐδια,
τ' ανταμώνει αττικότατη αρμονία.
Και κοιμησμένη στα όνειρά της βλέπει
μουρλή γλωσσοκοπάνα πολιτεία
τον Περικλή. Μα ο Χασεκής της πρέπει.

***

    Ο Παλαμάς εκφράζει την ηρωική περίοδο της λογοτεχνίας μας, η οποία είχε ξεστρατίσει από το δρόμο, που χάραξε ο Σολωμός. Με τη γενιά του 1880 (με επικεφαλής τον Παλαμά). με το Δημοτικισμό, "την πρώτη ομαδική στροφή προς την αλήθεια", η λογοτεχνία μας αγωνίζεται να ξαναβρεί αυτό το δρόμο. Και με την ποίηση του Παλαμά, που πιστοποιεί την επαναστατική της ορμή σε μια ωριμότερη φάση των γραμμάτων μας, όπου η Τέχνη γίνεται παιδαγωγός των Εθνών, επιχειρείται η εξυγίανση της νεοελληνικής ζωής και η πνευματική αναγέννηση. Από την άποψη αυτή δίκαια χαρακτηρίστηκε από το Σεφέρη "Ο τελευταίος διδάσκαλος του Γένους"(13). Γι' αυτό έχει όλο το κύρος, σαν παιδαγωγός του Έθνους, ν' απευθύνει για την πνευματική, την πολιτιστική παράδοση, που μας αφήνει με το ποίημά του "Οι πατέρες" από τη συλλογή του "Βωμοί" (1915) και που περικλείει το ελπιδοφόρο μήνυμα για την αναγέννηση του Ελληνισμού, την "καλύτερη υποθήκη που έχει γραφτεί στη γλώσσα μας και που πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία μας σαν Εθνικό μας Ευαγγέλιο"(14):

Παιδί, το περιβόλι μου που θα
                                   κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μην
                                   το παρατήσεις...
Γίνε οργοτόμος, φυτευτής,
                                    διαφεντευτής.
Κι αν είναι κι έρθουνε χρόνια δίσεκτα,
πέσουν καιροί οργισμένοι...
μη φοβηθείς το χαλασμό.

Φωτιά, Τσεκούρι! Τράβα,
ξεσπεργιεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι,
                                  κόφτο,
και χτίσε κάστρο απάνω του
και ταμπουρώσου μέσα,
για πάλεμα, για μάτωμα,
για την καινούργια γέννα,
π' όλο την περιμένομε, κι όλο κινάει
                                   για να 'ρθει,
κι όλο συντρίμμι χάνεται
στο γύρισμα των κύκλων...

***

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Παλαμάς, στάθηκε συγκινημένος πάνω σε πολυτάραχα περιστατικά, ένιωσε τα βαθύτερα, τα κοσμογονικά σαλέματα της ψυχής των Ελλήνων και θέλησε αγνάντια στην αέναη κίνηση του ιστορικού γίγνεσθαι, να βρει ένα νόημα: την ελληνική συνέχεια και διάρκεια. Πραγμάτισε έτσι με το τραγούδι του την ιδική του μεγαλειώδη ποιητική σύνθεση του Ελληνισμού σε ενότητα ολοσύνεχη και αρράγιστη.
Δίκαια δε χρίσθηκε Εθνικός ποιητής, αφού στο έργο του ψάλλει τη διαχρονικότητα και την παγκοσμιότητα του Ελληνισμού. Το έργο του Παλαμά αποτελεί μια "Ολοκληρωμένη πνευματική και λογοτεχνική παιδεία"(15) και μέσα του πάλλεται η "Νέα Ελλάδα" και αναμοχλεύεται το παγκόσμιο πνεύμα.

***

    Η ποίηση ωστόσο του Παλαμά δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από την εποχή του και τις διαφορετικές αισθητικές αντιλήψεις της ποιητικής του τέχνης. Πρόκειται για μια ποίηση που δεν περιορίζεται σε αισθητικά πλαίσια ούτε ανταποκρίνεται πάντοτε στην νεότερη αντίληψη όσον αφορά τη λεγόμενη "καθαρή ποίηση" καθώς κατεβαίνει στο χώρο της πολυσάλευτης κοινωνικής πραγματικότητας και περιέχει αρκετά επικαιρικά στοιχεία. Αλλά "κάθε ποίηση έχει μέσα της και το επίκαιρο και το ανεπίκαιρο. Το ανεπίκαιρο είναι η αθανασία της"(16). Δεν υπάρχει δε αμφιβολία ότι η εύρωστη ποιητική τέχνη του Παλαμά δεν είναι απλά παιχνίδι της καλλιτεχνικής φαντασίας, που εξαντλεί τον προορισμό της την αυτάρεσκη ικανοποίηση του εγώ με την έκφραση μιας βιωμένης ατομικής εμπειρίας . Ο Παλαμάς δεν είναι κανένας Esthete, ο αποκλειστικός κατασκευαστής μικρών κομψοτεχνημάτων (πράγμα άλλωστε που επετύγχανε, όταν αφηνόταν στον πηγαίο λυρικό οίστρο). Δεν ανήκει στους Poetes Mineuves. Ο Παλαμάς είναι "ένας πνευματικός Εθνάρχης" (17), ένας από τους οικοδόμους του πνευματικού μας πολιτισμού, το καθολικότερο νεοελληνικό πνεύμα, ο ακαταπόνητος δημιουργός, που με το σπάνιο μορφοπλαστικό του ένστικτο και την απέραντη σοφία του έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο σε πολλές νεοελληνικές εκδηλώσεις και προσδιόρισε την πνευματική εξέλιξη του μέλλοντος.
    Και είναι καιρός, ύστερα μάλιστα από την συμπλήρωση των Απάντων του , την "αύξουσα κριτική ευλάβεια" προς το έργο του και την πλατιά αναγνώριση κι επιβολή του στη νεοελληνική λογοτεχνία, να προχωρήσουμε σε μια ουσιαστικότερη γνωριμία μαζί του. Για να παύσει ο Παλαμάς να είναι για τους πολλούς, για τους νέους μας άγνωστος...
--------------------------------------------------------------------------------------------------------
1) Κ. Παλαμά, Άπαντα, τόμος Α', Σ. 31.
2) Όπου παραπάνω, σ. 175.
3) Ν, Βέη Παλαμικά, στη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ 1943 σ. 45.
4) Όπου παραπάνω, σ.55
5) Γ. Σεφέρη; Δοκιμές Α' Ίκαρος 1974, σ. 220.
6) Κ.Θ. Δημαρά, Η διακόσμηση της ελληνικής ιδεολογίας, στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΑ', 1977, σ.407.
7) Κ. Παλαμά, Άπαντα, τόμος Γ', σ. 400.
8) Ε.Π. Παπανούτσου, Παλαμάς - Καβάφης - Σικελιανός, Ίκαρος 1955, σ. 44
9) Όπου παραπάνω, σ. 116.
10) Ν. Σβορώνου, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, Θεμέλιο 1976, σ. 102.
11) Κ. Παλαμάς, Άπαντα, τόμος Ε', σ. 251.
12) Όπου παραπάνω, σ. 254
13) Γ. Σεφέρη, Δοκιμές Α', Ίκαρος 1974, σ. 225,
14) Γ. Καλαματιανού, Η μορφωτική αξία του Παλαμικού έργου, Περιοδ. Ελληνική Δημιουργία, τεύχος 114, σ. 533
15) Α. Καραντώνη, Κωστής Παλαμάς, εκδόσεις Νικόδημος, σ. 72
16) Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, Τα πρόσωπα και τα κείμενα, τόμος Γ', Αθήνα 1944, σ. 181.
17) Μ. Αυγέρη, Έλληνες Λογοτέχνες, Θεμέλιο 1966, σ. 188.


*********************


Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ
Διακόσια χρόνια από τη γέννησή του
του Φώτη Στεργίου
(Μαυρομματιανά Νέα, Οκτώβριος 1997)

"Χαρά σε κειον που πρωτοσήκωσε
απ' τις σκόνες σκεπασμένο,
το δίστομο σπαθί του λόγου σου
στον ήλιο, Μακρυγιάννη".
(Άγγελος Σικελιανός: Μακρυγιάννης)

    Τα τελευταία χρόνια εδραιώθηκε η φήμη του γενναίου στρατηγού του '21, του Γιάννη Μακρυγιάννη (1797-1864), με τις επανειλημμένες εκδόσεις των θρυλικών πια "Απομνημονευμάτων"  του, που δεν παύουμε να μελετούμε, όπως βέβαια κάθε κλασικό κείμενο, για να επικοινωνούμε με τη δημοτική μας παράδοση, τη συμπύκνωση δηλαδή της αρετής της φυλής μας και να πλουτίζουμε την ελληνικότητά μας ενισχύοντας, μέσα στη χαμοσερνάμενη εποχή μας, μ' ένα υψηλό πρότυπο ζωής, το βίωμα της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου.
    Βέβαια το εκπληκτικό κείμενο των Απομνημονευμάτων ο Μακρυγιάννης με  το "απελέκητο γράψιμό του", μια και δεν διέθετε την παραμικρή σχολική παιδεία και είχε μάθει σε προχωρημένη ηλικία, "στα γεράματα", στοιχειώδη γραφή, άρχισε να το γράφει στο 'Αργος το 1829, όπου βρισκόταν "διορισμένος αρχηγός της εκτελεστικής δύναμης της Πελοπόννησος και Σπάρτης", σημειώνοντας τις προσωπικές αναμνήσεις και κρίσεις του κι εκθέτοντας τα γεγονότα, που έζησε ως αυτόπτης μάρτυρας ή πήρε μέρος ο ίδιος σ' αυτά από τον πρώτο της επαναστάσεως ως το 1851. Συγκεκριμένα διαβάζουμε στ' Απομνημονεύματά του:
     "Εφαντάστηκα να γράψω τον βίον μου, όσα έπραξα εις την μικρή μου ηλικία και όσα εις την κοινωνίαν, όταν ήρθα σε ηλικία, και όσα δια την πατρίδα μου, όπου μπήκα εις της Εταιρείας το μυστήριον δια τον αγώνα της λευτεριάς μας και όσα είδα και ξέρω οπού 'γιναν εις τον Αγώνα, και σε όσα κατά δύναμη συμμέθεξα και εγώ και έκαμα το χρέος μου εκείνο που μπορούσα".
    Τον βάζει όμως σε σκέψη η ιδέα ότι θα ταλαιπωρήσει τους "αδελφούς αναγνώστες":
"Δεν έπρεπε να έμπω εις αυτό το έργον ένας αγράμματος... και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά στα γραφόμενα"
γυρεύοντας να τον συγχωρήσουν. Ακόμα θεωρεί απαραίτητο να δικαιολογηθεί και για την οξύτητά του:
"Ακολουθώντας να γράψω δυστυχήματα αναντίον της πατρίδας και θρησκείας όπου της προξενήθηκαν από την ανοησίαν μας και 'διοτέλειά μας και από θρησκευτικούς και από πολιτικούς και από μας τους στρατιωτικούς... γράφω με πολλή αγανάχτησιν αναντίον των αιτίων' όχι να ΄χω καμμία ιδιαίτερη κακία αναντίον τους, αλλά ο ζήλος της πατρίδας μου δίνει αυτείνη την αγανάχτησιν και δεν μπόρεσα να γράψω γλυκώτερα".
    Ωστόσο πέρασε μισός αιώνας περίπου από το θάνατο του Μακρυγιάννη, ώσπου στα 1907 ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο βιογράφος του Καραϊσκάκη, έσκυψε δεκαεφτά ολόκληρους μήνες πάνω στα χειρόγραφα, τα κατέγραψε και τα εξέδωσε με τον τίτλο: "Τα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη".
    Αλλά η έκδοση αυτή, για την οποία πρέπει να ευγνωμονούμε τον Βλαχογιάννη, που έσωσε το πολύτιμο για το έθνος μας έργο, πέρασε απαρατήρητη. Εκτός από τον Παλαμά κανένας δεν ψυχανεμίστηκε την μεγάλη αξία των Απομνημονευμάτων. Μιλώντας μάλιστα ο Παλαμάς το 1911 στη "Φοιτητική Συντροφιά" για τα "ηρωικά πρόσωπα και κείμενα" του 1821,είπε μεταξύ άλλων: "Ένα είναι το έργο, που πρέπει να ξεχωριστεί με τιμή και ξάφνιασμα και να βαλθεί απάνου απ' τ' άλλα. Κειμήλιο της δημοτικής γλώσσας και χωρίς καμμιά καλλιτεχνική αξίωση, παράδειγμα μιας ασυνείδητης τέχνης φυσικής, που δεν της λείπουν ομορφιές, που είναι όλη χαρακτήρας: Τα "Απομνημονεύματα" του Στρατηγού Μακρυγιάννη... Ασύγκριτο στο είδος του, σα θάμα του ψυχόρμητου, σαν είδος αριστούργημα του αγράμματου μα γερού και αυτόνομου μυαλού, γραμμένο αγάλια-αγάλια, ντροπαλά και ανυποψίαστα, από άνθρωπο του τουφεκιού και όχι της πένας, από άνθρωπο απαίδευτο, που δεν υποψιαζόταν τη συγγραφική του φλέβα... μαζί "ιστορικόν, γλωσσικών και φιλολογικόν μνημείον" ιερά παραγγελμένο από την εθνική ψυχή"...
***
    Τον καιρό ,όμως, της κατοχής και της πικρής σκλαβιάς, η ανάγκη να στηριχθούμε στις αξίες της εθνικής μας ζωής και να αναζητήσουμε τη φυλετική μας αυτογνωσία και το πεπρωμένο του ελληνισμού μέσα στα κυκλογυρίσματα του χρόνου, μας έφερε πιο κοντά στους πνευματικούς μας πατέρες. Έτσι άρχισε να προβάλλει ζωντανότερη η μορφή του Μακρυγιάννη και να σχηματίζεται ένας θρύλος γύρω από την προσωπικότητά του και το έργο του. Πρώτος ο Θεοτοκάς δημοσίευσε το 1941 στη "Νέα Εστία" μια πλατιά μελέτη για το Μακρυγιάννη και το έργο του. Ακολούθησε το 1943 η μελέτη του Σεφέρη, που δόθηκε πρώτα ως διάλεξη στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο και συμπεριελήφθη στον τόμο των Δοκιμών, προκαλώντας ζωηρό ενδιαφέρον του ευρύτερου κοινού για το Μακρυγιάννη. Προς γενική, μάλιστα, κατάπληξη ο Σεφέρης υποστήριξε ότι "ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχουμε τον Παπαδιαμάντη". Και παρακάτω: " το περιεχόμενο  της γραφής του Μακρυγιάννη είναι ο ατέλειωτος και τραγικός αγώνας ενός ανθρώπου, που με όλα τα ένστικτα της φυλής του ριζωμένα βαθιά μέσα στα σπλάχνα του, αναζητά την ελευθερία, το δίκιο, την ανθρωπιά...".
Τεκμηρίωσε δε τις απόψεις του ανθολογώντας αποσπάσματα από τ' Απομνημονεύματα με μια εμπνευσμένη ανάλυση της θαυμάσιας ηθικής προσωπικότητας του στρατηγού, αλλά και του μοναδικού πεζογραφικού ύφους καθώς και της ρωμαλέας γλωσσικής έκφρασης του έργου του. Έτσι στην ιστορική αξιολόγηση των Απομνημονευμάτων από το Βλαχογιάννη, έρχεται να προστεθεί η λογοτεχνική αποτίμηση, που οφείλεται στη γενιά του '30, η οποία τοποθέτησε το έργο δίπλα στο "Διάλογο" και τη "Γυναίκα της Ζάκυθος" του Σολωμού και πίστεψε πως είναι "η συνείδηση ενός ολόκληρου λαού".
    Με τα Απομνημονεύματα, λοιπόν, ένα έργο συστοιχίας ζωής και τέχνης, κέρδισε νέες διαστάσεις η προσωπικότητα του Μακρυγιάννη. Δεν είναι απλά ένας μεγάλος αγωνιστής του '21, αλλά αποτελεί συγχρόνως ένα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας κι επιπλέον μια μορφή εθνική με απαρομοίαστη ηθική ακτινοβολία. Είναι ταυτόχρονα δημιουργός ιστορίας και αφηγητής ιστορίας, ο άνθρωπος-αγωνιστής, ο άνθρωπος-πεζογράφος, ο άνθρωπος-λαός, αυθεντικός εκφραστής της λαϊκής παράδοσης, που διαθέτει "αλύγιστη εθνική και ατομική υπερηφάνεια... Μαζί μ' όλα αυτά καλλιτέχνης από γεννησημιού του", κατά το Θεοτοκά, "τρικυμισμένος από ευγενικά πάθη και αγωνίες... είναι ένας εθνικός αντιπρόσωπος, ένας ζωντανός φορέας ελληνισμού".
    Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μακρυγιάννης έγραψε ένα έργο μνημειώδες. Δεν είναι μια απλή αυτοβιογραφία γιατί αντικατοπτρίζει πιστά την εποχή του. Αλλά ούτε ακόμα εξαντλείται η αξία του ως ιστορικού ντοκουμέντου, μια και σε τελευταία ανάλυση το κείμενο αυτό εκφράζει την ψυχοσύνθεση των λαϊκών αγωνιστών του '21 με τα ελαττώματα και τις αρετές τους αποτελώντας ένα από τα θαμαστότερα φανερώματα του νεοελληνικού πνεύματος. Ο απαράμιλλος χαρακτήρας των Απομνημονευμάτων οφείλεται κυρίως στο ύφος  και στο ήθος του συγγραφέα. Λείπει εντελώς από το λόγο του η μεγαληγορία, η μεγαλοστομία, ο κομπασμός κι η επιτήδευση. Φραστική διατύπωση πυκνή, λιτή, σχεδόν ελλειπτική, αλλά πάντοτε σαφής και καίρια. Γλώσσα λαϊκή, δίχως ίχνος λόγιας επίδρασης, καταγραμμένη φωνητικά και με τη ζωντάνια της προφορικής ομιλίας, γεμάτη νεύρο, δροσιά και χάρη. Εύστοχοι αφορισμοί, παροιμιακές φράσεις, οξείς και επιγραμματικοί χαρακτηρισμοί, γνήσιο χιούμορ και λαϊκή θυμοσοφία. Τόνος συχνά-πυκνά επικός, εκρηκτικός, διέπεται από μια πρωτογονική ειλικρίνεια και πάλλεται από ένα ξέφρενο πάθος για ζωή κι άλλοτε πάλι γίνεται πολύ ανθρώπινος, στοχαστικός και εξομολογητικός. Με λίγα λόγια όραση, αισθήματα, σκέψη και ιδέες, θεώρηση του κόσμου είναι όλα λαϊκότροπα και αβίαστα δοσμένα.
    Σε συνάρτηση δε με το ύφος βρίσκεται και το ήθος του συγγραφέα, δηλαδή ο τύπος του Νεοέλληνα, που δημιούργησε την εποποιία του '21 κι έφτιαξε την Ελλάδα. Τον τύπο αυτό διαμόρφωσε και εξέθρεψε επί αιώνες η ελληνοχριστιανική παράδοση, το ηρωικό πνεύμα του κλεφταρματολισμού, το εθνεγερτικό κήρυγμα του Ρήγα και της Φιλικής Εταιρείας. Πράγμα, που σημαίνει ότι ο Μακρυγιάννης, "μια από τις πιο μορφωμένες ψυχές του ελληνισμού" κατά το Σεφέρη, διαθέτει  θαυμαστή ψυχοσυνθετική επάρκεια, συνείδηση της ενότητας λόγου και πράξης, ατόμου και συνόλου, θείου και ανθρώπινου, πίστη στις ηθικές αρχές, που ανέβασαν την αξία του πνευματικού μέρους της ζωής και των ιδανικών της στο χώρο της αυτοπροαίρετης θυσίας. Το ήθος του αγωνιστή του '21 φαίνεται καθαρά, καθώς ο Μακρυγιάννης πρόκειται να επιτελέσει άθλημα, ανακόπτοντας τον τουρκοαιγυπτιακό σίφουνα και νοιώθοντας "στο πρόσωπό του τη φλογερή ανάσα του Χάρου":
"Συγυρίστηκα εις τους Μύλους κι εφόδιασα τους πύργους απ' όλα τ' αναγκαία, και κρέας και κρασί και ρακί - και τώρα θέλει ιδεί ντουφέκι ελληνικόν ο Μπραϊμης. Εις την Καλαμάτα ο Μπραϊμης έσμιγε με τον Ντερνύ τον ναύαρχον της Γαλλίας κι έφαγαν εις τη φρεγάδα του' κι ένας τράβηξε της στεριάς κι άλλος του πελάγου και είπαν να σμείξουν εις τους Μύλους. Και ήρθε ο ναύαρχος Ντερνύ πρωτύτερα. Πήγα και τόκαμα βίζιτα και μου είπε, ότι εγώ δεν θα μπορέσω να πολεμήσω τον Μπραϊμη [...]. Δυνάμωσα την θέσιν των Μύλων καλά να πολεμήσουμεν εκεί όσο να λυώσουμε. Ότι αν μας πάρει αυτήνη την θέσιν, πάγει και τ' Ανάπλι [...]. Εκεί οπούφκιανα τις θέσεις εις τους Μύλους ήρθε ο Ντερνύς να με ιδή. Μου λέγει: "Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες' τι πόλεμο θα κάνετε με τον Μπραϊμη αυτού;"
- Του λέγω: "Είναι αδύνατες οι θέσεις κι εμείς, όμως είναι ο Θεός που μας προστατεύει' και θα δείξωμεν την τύχη μας σ' αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριόμαστε μ' έναν τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε λίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε' τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν' κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν. Η θέση όπου είμαστε σήμερα εδώ είναι τοιούτη και θα ιδούμεν την τύχην μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς".
-"Τρε μπιέν" λέγει και αναχώρησε ο ναύαρχος".
    Αληθινά δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοθαυμάσει στο απόσπασμα αυτό με την απαρομοίαστη ζωντάνια του και την περιεκτικότητα των αξιολογικών στοιχείων: Το κάλλος του λόγου ή το ύψος του ηθικού φρονήματος. Το κείμενο, θα 'λεγε κανείς, δεν είναι γραμμένο με μελάνι, αλλά με αίμα, που χύθηκε για την ανάσταση της Πατρίδας.
    Αξιοπρόσεκτη είναι στο κείμενο αυτό η μεταφυσική διάσταση του Έλληνα του '21 και η στάση του απέναντι στο Θεό, που τον αισθάνεται σύντροφό του, τον έχει κατεβάσει από τα επουράνια κοντά του, συμμαχητή στο ίδιο ταμπούρι. Του μιλάει, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, τόσο στ' Απομνημονεύματα, το "ιστορικό" του Μακρυγιάννη, όσο κυρίως στο δεύτερο βιβλίο του "Οράματα και Θάματα", έκδοση Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1983, θαρρετά και μ' εμπιστοσύνη. Ο Χριστιανικός, λοιπόν, Θεός, σε μια βιωματική προσέγγιση από το Μακρυγιάννη, και συμπολεμιστής του έλληνα, σαν τους Ομηρικούς Θεούς, εγγυάται την απελευθέρωση της Ελλάδας... Αλλά δε γίνεται να μην αναφερθούμε στον επίλογο των Απομνημονευμάτων. Πρόκειται για μια θαυμαστή σύλληψη του υποτονισμού της ατομικότητας μέσα στα πλαίσια μιας συμβιωτικής κοινότητας και της ένταξης της προσωπικότητας, που ζει ως ομάδα και όχι ως μονάδα, "στο ρου του εθνικού γίγνεσθαι". Έτσι με αποκαλυπτικό τρόπο τονίζει στις τελευταίες υποθήκες των Απομνημονευμάτων του τη συγκλονιστική αλήθεια της υπέρβασης του ατόμου:
"Ένα πράμα μόνο με παρακίνησε κι εμένα να γράψω: ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμεν κι όλοι μαζί και να μη λέγει ούτε ο δυνατός "εγώ", ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς "εγώ"; Όταν αγωνιστεί μόνος και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει "εγώ". Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε "εμείς". Είμαστε στο "εμείς" και όχι στο "εγώ". Και στο εξής να μάθομε γνώση, αν θέλουμε να φκιάσομε χωριό να ζήσουμε όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες ν' αγωνίζονται για την πατρίδα τους, για τη θρησκεία τους, να ιδούνε και τα παιδιά μου να λένε: "Έχομεν αγώνες πατρικούς, έχομεν θυσίες", αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμίαν και να εργάζονται στο καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας. Ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για τα κατορθώματα τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν το νόμο, και να ΄χουν την επιρροή για ικανότη".
****
    Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης είναι από τις τιμιότερες φυσιογνωμίες του '21. Τα μονιμότερα στοιχεία της προσωπικότητάς του: η αμετακίνητη πίστη στη δικαιοσύνη, η ασυμβίβαστη αγάπη για την πατρίδα και την ελευθερία, η προσήλωσή του στην ακεραιότητα και αξιοπρέπεια του ανθρώπου συνιστούν ένα ηθικό πρότυπο, μια πηγή εμπνεύσεως, που μας επιτρέπει να επικοινωνούμε με τις αστείρευτες πηγές της εθνικής μας παράδοσης.
Φώτης Στεργίου


  
*****************

ΦΩΤΗ ΣΤΕΡΓΙΟΥ
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΜΑΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΟΚΟΛΗ
Κριτικό σημείωμα
ΣΕΛΙΔΕΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΕΝΑΡΓΕΙΑΣ
(Φώτη Στεργίου: "Πρόσωπα της Λογοτεχνίας μας". Β' έκδοση συμπληρωμένη και αναθεωρημένη. Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1999).

    Είναι μεγάλη χαρά - σήμερα μάλιστα που ο ορυμαγδός των λόγων έχει φθάσει πια στο μη περαιτέρω - να συναντάς ένα βιβλίο που να σου επιβάλλεται αμέσως με την ποιότητα του περιεχομένου και το όλο κάλλος του. Και τέτοια χαρά δοκιμάζω σήμερα καθώς κρατώ στα χέρια μου ένα μεστό τόμο με δοκιμιακά κείμενα πάνω σε πρόσωπα και πράγματα της Λογοτεχνίας μας. Συγγραφέας του ο κ. Φώτης Στεργίου, προικισμένος φιλόλογος και δόκιμος κριτικός των γραμμάτων μας.
   Το βιβλίο του κ. Στεργίου περιλαμβάνει κριτικά και αισθητικά κείμενα πάνω στο έργο του Σολωμού, του Κάλβου, του Παλαμά, του Καβάφη, του Παπαδιαμάντη, του Μωραϊτίδη. Κι ακόμα: του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου, του Γιάννη Βλαχογιάννη, του Αντώνη Τραυλαντώνη. Και εντελώς σύγχρονων, όπως είναι: ο Λουκής Ακρίτας (ο λαμπρός πεζογράφος  και απομνημονευματογράφος του Αλβανικού Έπους - "Οι αρματωμένοι"), ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος (ο πολυειδής και συνειδησιακά άγρυπνος) και ο Πέτρος Δήμας (που με μια τρυφερότατη οδύνη σηματοδότησε την παρουσία του στα Νεοελληνικά Γράμματα).
    Τα "Πρόσωπα της Λογοτεχνίας μας" πιστεύω ότι είναι καρπός της ένθερμης αγάπης, αλλά και της άρτιας κριτικής και αισθητικής παιδείας του συγγραφέα τους. Εντυπωσιάζουν για την εποπτική τους θεώρηση, την κριτική τους ευστοχία και την εναργή και ευτυχισμένη χρήση της γλώσσας μας.
    Κύριος των θεμάτων του ο συγγραφέας αφήνει ωστόσο το πνεύμα του να κινηθεί ρεμβαστικά, έτσι που τα κείμενά του (ενώ δεν χάνουν τίποτε από την κριτική τους εμβέλεια) να πλουτίζονται με την αβρότητα και τη χάρη μιας εκλεπτυσμένης αισθητικής.
     Ιδού ένα δείγμα γραφής:
     " Αλλά το έργο του (του Σολωμού), έτσι όπως έφτασε ως εμάς, έτσι όπως μας το παρουσίασε η κριτική οξυδέρκεια του Πολυλά, αποσπασματικό, ερειπωμένο, είναι αυτό που μπόρεσε να μας αφήσει ο Σολωμός (τα χαμένα χειρόγραφα μάλλον είναι μύθος). Ωστόσο κι έτσι δεν χάνει την αξία του κι είναι πάντοτε ολόλαμπρη κι ολοζώντανη η παρουσία του στον εθνικό πνευματικό μας βίο. Χρόνια και χρόνια τώρα συνοδεύει τις γενιές στις υψηλότερες πνευματικές ανατάσεις, σελαγίζει στον πνευματικό ουρανό της Ελλάδος και αποτελεί μαζί με το Εικοσιένα το σημαντικώτερο φανέρωμα του νεοελληνικού πνεύματος".
    Θα παραθέσω και μιαν έκτακτη παρατήρηση του συγγραφέα στον "Παπαδιαμάντη" του - καίρια ερμηνευτική του προσώπου και του έργου:
   "Ότι άγγιξε το πνεύμα και τις αισθήσεις του, το εβίωσε, σύρριζα στην ψυχή του, ο πλήρης, καθολικός άνθρωπος, που δεν μερίζεται, σχηματικά και αυθαίρετα σε σώμα - ψυχή. Με αποτέλεσμα η όποια του εμπειρία, καθώς υψώνεται στο χώρο το φωτεινό του πνεύματος, λυτρωτικά κι εξαγνιστικά, να μη χάνει την αμεσότητά της και να αποκαλύπτει εικόνες ομορφιάς και ανθρώπινης συγκίνησης".
    (Στο δοκίμιο "Κωνσταντίνος Χατζόπουλος" συναντώ το ευστοχότατο αισθητικό και ερμηνευτικό παράθεμα του Κωστή Παλαμά - ας μου επιτραπεί η παρεμβολή:
    "Ο ποιητής εγεννήθη και έζησε παρά τας όχθας του Αχελώου... εκεί όπου γύρω εις τας μαγικάς αποκοιμισμένας λίμνας και επάνω εις τα γαλανά νερά των η βλάστησις πλουτεί όσον σπανίως αλλαχού εις φυτά και εις άνθη υδροχαρή. Εκ τούτων θα ηδύνατό τις να εξηγήσει το άφθονον όσον και καλαισθητικόν σκόρπισμα πολυωνύμων λουλουδιών μέσα εις τους στίχους του"!)
    Και θα κλείσουμε την μικρή αυτή δειγματοληψία με ένα απόσπασμα, όπου αποκαλύπτεται και πάλι η αισθαντικότητα και η κριτική ευστοχία: " Η ποίηση του Πέτρου Δήμα, βαθύτατα λυρική στην ουσία της, διαποτίζεται από τη νοσταλγία. Είναι μια αγιάτρευτη νοσταλγία της κατατρύφερης ηλικίας, που διαμόρφωσε μια ιδιοσυγκρασία ρεμβώδη, φιλομοναστική, σαρκαστική και πεσιμιστική. Εκείνο, που χαρακτηρίζει την ποίησή του, είναι η καθαρή και πυκνή ποιητική έκφραση, η ποία πετυχαίνεται με την άγρυπνη φροντίδα της λέξης και με την υψηλή συνείδηση της ποιότητας του λόγου, πράγματα που του εξασφαλίζουν μια άρτια τεχνική".
    Πιστεύω πως τα "Πρόσωπα της Λογοτεχνίας μας" είναι μια από τις εγκυρότερες και γενναιότερες ερμηνευτικές συμβολές στη νέα ελληνική μας Γραμματεία.
    Το βιβλίο - ήδη από την πρώτη του έκδοση - προλόγισε ο αείμνηστος Βαγγέλης Σκουβαράς, καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, ο οποίος, με συγκινημένη διάθεση και τη γνωστή επιστημονική του εγκυρότητα, επεσήμανε τις αρετές του.
    Η παρούσα δεύτερη έκδοση κοσμείται με πλουμίδια και φωτοτυπημένα χειρόγραφα συγγραφέων - και με τη χειρόγραφη επιστολή του Παναγιωτόπουλου, όπου ο αλησμόνητος Γιαννάκης "με θερμά αισθήματα τιμής και φιλίας", ορίζει την αξία αυτού του "ουσιαστικού" βιβλίου.
    Εύχομαι κι εγώ αυτό το βιβλίο - σωστή "Πινακοθήκη" - να καταστεί εντρύφημα του ευρύτερου κοινού, και ιδίως των νέων, που, πάντα αγνοί και ανυστερόβουλοι, διψούν για τη γνώση όλων των ωραίων πραγμάτων.

Κώστας Τριανταφυλλίδης.